«Το τελευταίο που θέλουμε είναι έναν χώρο τέχνης που να τον χρηματοδοτούν οι επιχειρήσεις»

Το βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Αντίποδες» παρακολουθεί τον διάλογο του 85χρονου Αγγλου σκηνοθέτη και του 29χρονου Γάλλου συγγραφέα για τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία και την πολιτική.

ΚΕΝ ΛΟΟΥΤΣ – ΕΝΤΟΥΑΡ ΛΟΥΙ «ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ»

«Το τελευταίο που θέλουμε είναι έναν χώρο τέχνης που να τον χρηματοδοτούν οι επιχειρήσεις»

Το βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Αντίποδες» παρακολουθεί τον διάλογο του 85χρονου Αγγλου σκηνοθέτη και του 29χρονου Γάλλου συγγραφέα για τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία και την πολιτική

Δύο δημιουργοί από διαφορετικές χώρες και διαφορετικές γενιές. Ο Αγγλος σκηνοθέτης Κεν Λόουτς (γεννήθηκε στο Νούνιτον της Αγγλίας το 1936) και ο Γάλλος συγγραφέας Εντουάρ Λουί (γεννήθηκε στην Αλενκουρ της Γαλλίας το 1992 με το όνομα Εντί Μπελγκέλ), σε μια απρόσμενη, άκρως ενδιαφέρουσα συνάντηση: «Διάλογος για την τέχνη και την πολιτική», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Αντίποδες», σε μετάφραση Στέλας Ζουμπουλάκη και επίμετρο του Θανάση Καμπαγιάννη.

Ιδιαίτερα αγαπητός στο ελληνικό κοινό, ο Κεν Λόουτς δεν χρειάζεται συστάσεις. Στρατευμένος στην Αριστερά, ασχολείται στις πολιτικές ταινίες του με τη φτώχεια, την ανεργία και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Βραβεύτηκε δύο φορές με Χρυσό Φοίνικα, το 2006 για την ταινία «Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι» και το 2016 για το «Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ».

Ο Εντουάρ Λουί μάς συστήθηκε με το «Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ», που προκάλεσε έντονη δημόσια συζήτηση, γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, ενώ ο Τόμας Οστερμάιερ θα παρουσιάσει την «Ιστορία της βίας» με τη Σαουμπίνε, φέτος τον Οκτώβρη, στην Πειραιώς 260.

Στον «Διάλογο για την τέχνη και την πολιτική», οι δύο καλλιτέχνες με τις διακριτές και ενίοτε αντιθετικές πορείες και εμπειρίες, εκφράζουν τις απόψεις τους για τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία και την πολιτική. Πώς μπορεί η τέχνη να προσεγγίσει το ζήτημα της ταξικής βίας και ποιος είναι ο ρόλος της Αριστεράς, όταν οι πιο ευάλωτοι στρέφονται προς την άκρα Δεξιά; Πώς αντιμετωπίζουν οι κυβερνήσεις το πρόβλημα των αστέγων; Ποιος είναι ο «ασφαλής χώρος» για τις μειονότητες; Πώς ο κινηματογράφος και η λογοτεχνία μπορούν να φτάσουν στις λαϊκές τάξεις;

Στο απόσπασμα που ακολουθεί, απαντούν στην επίκαιρη ερώτηση:

● Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, η αξία της τέχνης, ιδίως σε μια περίοδο πολιτικής κρίσης;

ΚΕΝ ΛΟΟΥΤΣ: Η αξία της τέχνης; Κατ’ αρχάς η τέχνη θα έπρεπε να είναι αυτό που η ίδια θέλει να είναι. Θα έπρεπε να είναι αυτό που γεννά η φαντασία. Κατά τη γνώμη μου, τη στιγμή που λέμε «η τέχνη θα έπρεπε να είναι αυτό» ή «η τέχνη θα έπρεπε να είναι το άλλο», σκοτώνουμε τη δημιουργικότητα.

Και το αποτέλεσμα είναι να έχουμε μια τέχνη που είναι απόλυτα εμπορευματική. Πιστεύω, όμως, ότι, όταν έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε ταινίες ή να γράφουμε βιβλία ή οτιδήποτε άλλο, μπορούμε να υπερασπιστούμε τις θεμελιώδεις αρχές ενός τρόπου ζωής. Τις μεγάλες αξίες της ισότητας, της αδελφότητας και της ελευθερίας. Και μπορούμε να πούμε, ορίστε, αυτές είναι οι αρχές με βάση τις οποίες πρέπει να ζούμε.

ΕΝΤΟΥΑΡ ΛΟΥΙ: Από τη μεριά μου, πιστεύω πως θα έπρεπε πάντοτε να διατηρούμε μια μορφή περιφρόνησης προς την τέχνη, αντιστρέφοντας τον λόγο των κυρίαρχων για την αναγκαιότητα της τέχνης στην κοινωνία μας.

Γιατί, τις περισσότερες φορές, όταν λέμε ότι «έχουμε ανάγκη την τέχνη» απλώς επιβεβαιώνουμε έμμεσα το προνόμιό μας, την πρόσβασή μας και την ταξική μας συσχέτιση με την τέχνη, σε αντίθεση με τις βάρβαρες μάζες που δεν ενδιαφέρονται γι’ αυτήν. Νομίζω πως όσο πιο σκληρή είναι η κριτική μας προς την τέχνη τόσο καλύτερη θα είναι η τέχνη. Η ιστορία της τέχνης είναι στην πραγματικότητα η ιστορία μιας πολεμικής προς την τέχνη κι έτσι εξελίσσονται τα πράγματα.

Ο κινηματογράφος και η λογοτεχνία απέκλειαν επί μακρόν τους φτωχούς ή τους παρουσίαζαν ως καρικατούρες, όπως και τους μαύρους, τους ομοφυλόφιλους ή τους διεμφυλικούς, ακριβώς την ίδια περίοδο που η μορφωμένη αστική τάξη είχε ήδη διαμορφώσει τον λόγο της για τη σημασία της τέχνης και για την ικανότητά της να μας κάνει καλύτερους ανθρώπους.

Η Τόνι Μόρισον, γράφοντας για τους μαύρους, ή ο Εμίλ Ζολά, γράφοντας για τους φτωχούς, στην πραγματικότητα επιτέθηκαν στην τέχνη και στη λογοτεχνία, επιτέθηκαν στον ορισμό της λογοτεχνίας που κυριαρχούσε τη στιγμή που έγραφαν.

Μιλάμε πάντοτε γι’ αυτούς ως σημαντικές μορφές στην ιστορία της λογοτεχνίας, οι ίδιοι όμως έγραψαν επίσης εναντίον της λογοτεχνίας -παρότι είχαν πρότυπα και πηγές έμπνευσης μέσα στο λογοτεχνικό πεδίο, ο Ζολά τον Βικτόρ Ουγκό και η Τόνι Μόρισον τη Ζόρα Νιλ Χέρστον. Η τέχνη δημιουργείται από μια συνθήκη οργής εναντίον της τέχνης και όχι όταν χρησιμεύει απλώς ως ένα ακόμη μέσο που ικανοποιεί την αυταρέσκεια των κυρίαρχων τάξεων.

Κ.Λ.: Η παρατήρησή σου είναι πολύ σημαντική. Το τελευταίο πράγμα που θέλουμε είναι έναν χώρο τέχνης που να τον χρηματοδοτεί η τάδε ή η δείνα επιχείρηση. Η τέχνη πρέπει να είναι ανατρεπτική. Αν κανείς δεν έχει αρκετή οργή μέσα του, καλύτερα να κάθεται σπίτι του, έτσι δεν είναι;

Ε.Λ.: Ναι!

Κ.Λ.: Γιατί πρέπει να καταφέρουμε να συνδεθούμε με τα συναισθήματα που βιώνουν οι άνθρωποι και, καθώς ο βασικός πυλώνας κάθε ριζοσπαστικής πολιτικής είναι η πάλη, μαθαίνουμε μέσα από την πάλη, δημιουργούμε μέσα από την πάλη. Εχεις απόλυτο δίκιο σε αυτό το σημείο, Εντουάρ, υπάρχει ένα κατεστημένο στον κόσμο της λογοτεχνίας, του κινηματογράφου και του θεάτρου.

Ε.Λ.: Ακριβώς. Και μερικές φορές η βία του πολιτισμικού κεφαλαίου μπορεί να είναι ακόμη πιο ισχυρή από εκείνη του οικονομικού κεφαλαίου, αφού οι καλλιεργημένοι αστοί έχουν την εντύπωση ότι βρίσκονται στη σωστή πλευρά, ακριβώς χάρη στη σχέση τους με την κουλτούρα. Αυτό είναι που πρέπει να θέσουμε υπό αμφισβήτηση.

Κ.Λ.: Χαίρομαι τόσο πολύ που το ακούω αυτό!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς