Τελευταία Νέα

Το χρονικό της μεγάλης αδικίας για τους «Ασεπίτες» του 2008 – Γιατί δεν διορίζονται οι εκπαιδευτικοί που πέτυχαν στον διαγωνισμό

Από τον διαγωνισμό του 2008, στους αναπληρωτές και σε μια διαχρονική αδικία που δεν έχει αποκατασταθεί

Για μεγάλη αδικία σχετικά με τον διορισμό τους στην δημόσια εκπαίδευση, παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει 14 χρόνια, κάνουν λόγο εκατοντάδες επιτυχόντες σε διαγωνισμό του ΑΣΕΠ. Συνομιλήσαμε με εκπαιδευτικούς που περιμένουν εδώ και χρόνια να διοριστούν μόνιμα σε σχολεία, αλλά βλέπουν άλλους εκπαιδευτικούς να προωθούνται, και μας ανέφεραν ορισμένα σημαντικά ζητήματα που αφορούν το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν.

Συγκεκριμένα τονίζουν:

Το 2008 διεξήχθη γραπτός διαγωνισμός ΑΣΕΠ για τον διορισμό και την πρόσληψη εκπαιδευτικών στη δημόσια εκπαίδευση για τα έτη 2009-2010 και 2010-2011.

Οι προκηρυχθείσες θέσεις όμως, δεν καλύφθηκαν στο σύνολό τους από τους επιτυχόντες του διαγωνισμού, καθώς η μεταβατική διάταξη του ά. 9 παρ. 1 του ν. 3848/2010[1] προέβλεπε σύστημα πολλαπλών πινάκων: 60% βάσει διαγωνισμού του ΑΣΕΠ και 40% από ενιαίους πίνακες αναπληρωτών με πραγματική προϋπηρεσία[2]. Το ποσοστό της τάξης του 40% επιμεριζόταν σε πίνακες εκπαιδευτικών με 30μηνη προϋπηρεσία, 24μηνη προϋπηρεσία κ.λπ. Οι πίνακες αυτοί καταρτίζονταν από το Υπουργείο Παιδείας και όχι από τον ΑΣΕΠ. Η ως άνω διάταξη εφαρμόστηκε για τις προσλήψεις κατά το εκπαιδευτικό έτος 2010-11.

Με τη ΣτΕ (Ολ.) 527/2015, η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο πιλοτικής δίκης, κρίθηκε ότι το ανωτέρω σύστημα διορισμών αντίκειται στο Σύνταγμα καθώς διορίζονται εκπαιδευτικοί κατά παράβαση του Σ. 103 παρ. 7 που επιτάσσει τον έλεγχο των διορισμών από τον ΑΣΕΠ.

Όσον αφορά σε καθεαυτά τα κριτήρια διορισμού, κρίθηκε ότι ναι μεν το κριτήριο της προϋπηρεσίας είναι κατ’ αρχήν συνταγματικά ανεκτό (βλ. Σ.τ.Ε. 3593 – 3595/2008), πλην όμως, ανατρέχοντας στο διαχρονικό δίκαιο προσλήψεων, «η απόκτηση της προϋπηρεσίας αυτής ανάγεται σε προσλήψεις αναπληρωτών ή ωρομισθίων, οι οποίες δεν είχαν υπαχθεί στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής και, ενόψει και των σχετικών διάσπαρτων στη νομοθεσία διατάξεων (…), δεν προκύπτει ότι έχουν γίνει με αξιοκρατικές εγγυήσεις» (σκ. 13).

Άλλως ειπείν, η Ολομέλεια του ΣτΕ έκρινε ότι το 40% των διορισμών παραβίαζε τις αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας.

Με τους διορισμούς μονίμων εκπαιδευτικών να έχουν σταματήσει εξαιτίας των δημοσιονομικών περιορισμών, το Υπουργείο Παιδείας συνέχισε να προσλαμβάνει αναπληρωτές δυνάμει της ανωτέρω διάταξης, στην οποία, καίτοι αυτή ήταν μεταβατική, δόθηκαν αλλεπάλληλες παρατάσεις. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να καλύπτονται θέσεις αναπληρωτών κατά παράλειψη των επιτυχόντων του διαγωνισμού. Οι αναπληρωτές αυτοί αποκτούσαν μόρια προϋπηρεσίας και συνεπώς ανέβαιναν στους πίνακες. Το ανωτέρω σύστημα πρόσληψης αναπληρωτών κρίθηκε ανεκτό με τη ΣτΕ 4303/2015, εν όψει των δημοσιονομικών περιορισμών και για λόγους δημοσίου συμφέροντος επείγοντος χαρακτήρα, εφόσον δεν υπερβαίνει τον εύλογο χρόνο, διασφαλίζει την ομαλή λειτουργία των σχολικών μονάδων και δεν αφορά το διορισμό μόνιμων εκπαιδευτικών. Η ίδια απόφαση έκρινε όμως ότι η αρχή του κράτους δικαίου επιτάσσει τη θέσπιση παγίου συστήματος διορισμών με διαγωνισμό του ΑΣΕΠ.

Με την ΣτΕ 1883/2017 κρίθηκε ότι το εξαιρετικό καθεστώς κάλυψης κενών θέσεων με αναπληρωτές, χωρίς διεξαγωγή διαγωνισμού του ΑΣΕΠ για το διορισμό μονίμων εκπαιδευτικών, είναι συνταγματικά ανεκτό μέχρι και το έτος 2018 – 2019∙ μετά το έτος αυτό, η διοίκηση οφείλει να διορίσει μόνιμους εκπαιδευτικούς μέσω διαγωνισμού του ΑΣΕΠ.

Η ΣτΕ (Ολ.) 527/2015, καίτοι έκρινε αντισυνταγματικό το ανωτέρω σύστημα μόνιμων διορισμών, ως εκδοθείσα επί πιλοτικής δίκης, δεν μπορούσε να οδηγήσει σε ατομικές πράξεις διορισμού. Οι αντισυνταγματικώς παραλειφθέντες έπρεπε να προσφύγουν δικαστικά, εντός ευλόγου χρόνου, και να επιτύχουν την έκδοση «ατομικής» δικαστικής απόφασης που θα ακύρωνε την παράλειψη διορισμού τους.

Σχετικώς, δημοσιεύθηκαν δύο κατηγορίες αποφάσεων:

i. Δικαστικές αποφάσεις επί αιτήσεων ακυρώσεως που ασκήθηκαν πριν την έκδοση της ΣτΕ 527/2015 και οι οποίες προκάλεσαν την πιλοτική δίκη (π.χ. αίτηση ακυρώσεως κατά πίνακα διοριστέων του έτους 2011, η οποία ασκήθηκε εντός 60 ημερών από την έκδοσή του). Οι αποφάσεις αυτές αφορούσαν μικρό αριθμό αιτούντων.

ii. Δικαστικές αποφάσεις επί αιτήσεων που κατατέθηκαν μετά την έκδοση της ΣτΕ 527/2015, σύμφωνα με τη «θεωρία των ομοίων πράξεων». Όπως έχει κριθεί, κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, η Διοίκηση δεν έχει υποχρέωση να ανακαλεί τυχόν παράνομες πράξεις της για τις οποίες έχει παρέλθει η νόμιμη προθεσμία προσβολής ή έχουν προσβληθεί ανεπιτυχώς. Ειδικώς, όμως, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ακυρώνεται ατομική διοικητική πράξη για τον λόγο ότι στηρίχθηκε σε διάταξη αντίθετη προς υπέρτερης τυπικής ισχύος κανόνα δικαίου ή σε κανονιστική πράξη χωρίς νόμιμο εξουσιοδοτικό έρεισμα, η αρχή αυτή κάμπτεται για τις λοιπές ομοίου περιεχομένου ατομικές διοικητικές πράξεις που έχουν εκδοθεί με βάση την ίδια κανονιστική πράξη ή διάταξη, εφόσον υποβληθεί στη Διοίκηση, από πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον, αίτηση για την ανάκλησή τους σε εύλογο χρόνο από τη δημοσίευση της ακυρωτικής δικαστικής απόφασης. Η διάρκεια του «ευλόγου χρόνου» κρίνεται ad hoc από το Δικαστήριο.

Στην περίπτωση αυτή γεννάται υποχρέωση της Διοίκησης να επανεξετάσει τη νομιμότητα της ατομικής διοικητικής πράξης, της οποίας ζητείται η ανάκληση, και να προχωρήσει στην ανάκλησή της, εντός του πλαισίου της απονεμόμενης από τον νομοθέτη διακριτικής ευχέρειας ή δέσμιας αρμοδιότητας, μετά από εκτίμηση και των λόγων δημοσίου συμφέροντος που τυχόν επιβάλλουν ή αποκλείουν την ανάκλησή της, της ανάγκης προστασίας δικαιωμάτων τρίτων που αποκτήθηκαν καλόπιστα και του χρόνου που διέρρευσε από την έκδοσή της. Τυχόν δε παράλειψη της Διοίκησης να ανακαλέσει, παρά τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων, την παράνομη πράξη της, είναι προσβλητή με αίτηση ακυρώσεως ως παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας (βλ. ΣτΕ 2176 – 2177/2004 Ολ., 1175/2008 Ολ., 2736/2005 7μ., 4763/2014 7μ., 19/2015 7μ., 99/2018 7μ., 1275/2019, 180 – 189/2020, 1036/2021 κ.ά.).

Βάσει της θεωρίας περί ανάκλησης διοικητικών πράξεων ομοίων με δικαστικώς ακυρωθείσας πράξης για τον λόγο ότι στηρίχθηκε σε διάταξη αντίθετη με υπερνομοθετικής ισχύος κανόνα δικαίου, ακυρώθηκαν πράξεις άρνησης διορισμού, εκδοθείσες επί αιτήσεων εκπαιδευτικών, για τον λόγο ότι δεν είχαν την κατά τα ανωτέρω νόμιμη αιτιολογία.

Συμμόρφωση

Προς τον σκοπό της συμμόρφωσης της Διοίκησης με τις ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις, εκδόθηκε το ά. 73 του ν. 4589/2019[3] με το οποίο διορίστηκαν υποψήφιοι εκπαιδευτικοί των οικείων προκηρύξεων του ΑΣΕΠ, που είχαν συμπεριληφθεί στους πίνακες κατάταξης, ως προς τους οποίους είχε εκδοθεί, μέχρι την έναρξη ισχύος της εν λόγω διάταξης, αμετάκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου με την οποία έγινε δεκτή αίτηση ακυρώσεως κατά της παράλειψης διορισμού τους. Η διάταξη εισήχθη στη Βουλή με την υπ’ αριθμ. 1921/218 τροπολογία και υπερψηφίστηκε[4] από ΣυΡιζΑ, Νέα Δημοκρατία, Δημοκρατική Συμμαχία και ΚΚΕ.

Με τη διάταξη αυτή διορίσθηκαν περί τους 455 δικαστικώς δικαιωθέντες.

Εν συνεχεία, με το ά. 252 του ν. 4610/2019 οι διορισθέντες μονιμοποιήθηκαν αυτοδικαίως από την ημερομηνία διορισμού τους και τους επιτράπηκε δικαίωμα μετάθεσης και απόσπασης, κατ’ εξαίρεση από τις οικείες διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα που προϋποθέτουν την πάροδο διετίας από τον διορισμό. Η διάταξη εισήχθη στη Βουλή με την υπ’ αριθμ. 2138/247 βουλευτική τροπολογία και υπερψηφίστηκε[5] από ΣυΡιζΑ και Νέα Δημοκρατία. Το ΚΚΕ ψήφισε «παρών», ενώ η Δημοκρατική Συμμαχία απέσχε.

Το ά. 73 του ν. 4589/2019 κρίθηκε σύμφωνο με το Σύνταγμα με τη ΣτΕ (Ολ.) 1834/2021. Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι οι αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου, εκδοθείσες βάσει της θεωρίας των ομοίων πράξεων, δεν θέσπιζαν υποχρέωση της Διοίκησης να ανακαλέσει τις αποφάσεις διορισμού των εκπαιδευτικών που είχαν διοριστεί με βάση τις διατάξεις που κρίθηκαν με την ΣτΕ 527/2015 ως αντισυνταγματικές, αλλά ούτε και να διορίσει τους δικαιωθέντες (σκ. 16). Έτσι, σύμφωνα με τη σκ. 18 «επειδή, ενόψει όλων των ανωτέρω και προκειμένου να λήξει η εκκρεμότητα, η οποία είχε δημιουργηθεί από τις προαναφερθείσες ακυρωτικές αποφάσεις και αφορούσε σημαντικό αριθμό εκπαιδευτικών καταταγέντων σε πίνακα επιτυχόντων, και όχι διοριστέων, σε διαγωνισμό προκηρυχθέντα από το Α.Σ.Ε.Π. το έτος 2008, και να καταστεί πλέον δυνατή, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, η έναρξη της εφαρμογής του νέου παγίου συστήματος διορισμού εκπαιδευτικών που θεσπίστηκε με τον ν. 4589/2019, και μετά από συνεκτίμηση, προφανώς, των διαθέσιμων οικονομικών πόρων, μετά τη λήξη της δυσμενούς δημοσιονομικής καταστάσεως, καθώς και της αναστατώσεως που θα προκαλείτο στη δημόσια εκπαίδευση σε περίπτωση ανακλήσεως των διορισμών ήδη διορισθέντων (καλοπίστων) εκπαιδευτικών μετά την πάροδο ικανού χρονικού διαστήματος από την έκδοση των σχετικών πράξεων, αλλά και των επιπτώσεων στην ορθολογική οργάνωση της δημόσιας εκπαίδευσης από τον διορισμό μεγαλύτερου αριθμού εκπαιδευτικών από τον αρχικώς προγραμματισθέντα, με το άρθρο 73 του εν λόγω νόμου προβλέφθηκε ο διορισμός των εκπαιδευτικών που είχαν συμπεριληφθεί στους ανωτέρω πίνακες κατάταξης σε κενές οργανικές θέσεις μόνιμου εκπαιδευτικού προσωπικού και σε περίπτωση μη ύπαρξης κενών οργανικών θέσεων σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις. Με την παράγραφο δε 3 του άρθρου 73 ορίσθηκε ότι δεν προσδίδεται αναδρομικότητα στους διορισμούς αυτούς.

Παράλειψη εξετάσεως του αιτήματος

Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στην επιβαλλόμενη από τα άρθρα 20 παρ. 1, 26 και 95 παρ. 5 του Συντάγματος υποχρέωση συμμορφώσεως των άλλων εξουσιών προς τις δικαστικές αποφάσεις και εκτελέσεως αυτών, ώστε η παρεχόμενη δικαστική προστασία να είναι αποτελεσματική. Τούτο δε, διότι από τις αποφάσεις, με τις οποίες ακυρώθηκε όχι η παράλειψη διορισμού των αιτούντων, όπως εσφαλμένως αυτοί φαίνεται να υπολαμβάνουν, αλλά η παράλειψη εξετάσεως του αιτήματος αυτών περί ανακλήσεως παράνομων διορισμών εκπαιδευτικών σύμφωνα με την αρχή περί υποχρέωσης ανάκλησης ατομικών διοικητικών πράξεων «ομοίων» με ακυρωθείσα πράξη, κατ’ επίκληση της οποίας θεσπίστηκε η επίμαχη ρύθμιση, δεν απέρρεε – κατά τα ήδη εκτεθέντα στη σκέψη 16 – υποχρέωση της Διοικήσεως να ανακαλέσει τις αποφάσεις διορισμού των ως άνω εκπαιδευτικών, αλλά ούτε και υποχρέωση της Διοικήσεως να προβεί σε διορισμό των αιτούντων, και μάλιστα αναδρομικώς, ή του νομοθέτη να προβλέψει τέτοιο διορισμό των αιτούντων».

Άλλως ειπείν, η ΣτΕ (Ολ.) 1834/2021 έκρινε ότι οι δικαστικές αποφάσεις δεν υποχρέωναν τη Διοίκηση να διορίσει, συνεπώς οι διορισμοί έγιναν εξ ειδικής διάταξης νόμου, η οποία για τους ανωτέρω λόγους είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα. Πρόκειται λοιπόν για εκ του νόμου διορισμούς και όχι για διορισμούς σε συμμόρφωση με διατακτικό δικαστικής απόφασης.

Δυνάμει της ανωτέρω διάταξης, διορίσθηκαν όλοι οι δικαστικώς δικαιωθέντες. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να παραλειφθούν επιτυχόντες που λόγω ελλιπούς πληροφόρησης περί την έκδοση της ΣτΕ (Ολ.) 527/2015 δεν προσέφυγαν εντός ευλόγου χρόνου, οι οποίοι έχουν ανώτερη σειρά κατάταξης στον βαθμολογικό πίνακα από τον τελευταίο διορισθέντα.

Παρατηρείται λοιπόν το παράδοξο να έχουν διοριστεί πρόσωπα με χαμηλότερη βαθμολογία από τους αδιόριστους.

Οι αδιόριστοι επιτυχόντες έχουν προσφύγει δικαστικώς. Το Διοικητικό Εφετείο απέρριψε τις αιτήσεις ακυρώσεως, για τον λόγο της παρέλευσης του ευλόγου χρόνου (ενδεικτικά βλ. ΔΕφΑθ 1699/2018). Σχετικώς σημειώνεται ότι οι προσφεύγοντες ηττήθηκαν δικαστικώς λόγω δικονομικού απαραδέκτου. Το Δικαστήριο δηλαδή δεν εξέφερε κρίση επί της ουσίας, συνεπώς τυχόν ανάληψη νομοθετικής πρωτοβουλίας δεν αποτελεί παρέμβαση του νομοθέτη στη δικαστική λειτουργία κατά παραβίαση της διάκρισης των εξουσιών.

Η ΣτΕ (Ολ.) 1834/2021, κρίνοντας ότι πρόκειται για εκ του νόμου διορισμούς και δη βάσει διάταξης σύμφωνης με το Σύνταγμα, ανοίγει τον δρόμο για τη νομοθετική αποκατάσταση των επιτυχόντων του ΑΣΕΠ του έτους 2008 που έχουν σειρά κατάταξης ανώτερη από τον τελευταίο διορισθέντα δυνάμει του άρθρου 73 του ν. 4589/2019.

Συνοπτικά, με τη ΣτΕ (Ολ.) 527/2015 κρίθηκε ότι το 40% των διορισμών στη δημόσια εκπαίδευση διεξαγόταν με αντισυνταγματικές διατάξεις, ενώ η συμμόρφωση δυνάμει του (σύμφωνου με το Σύνταγμα) άρθρου 73 του ν. 4589/2019 οδήγησε στο παράδοξο να έχει παραλειφθεί ο διορισμός επιτυχόντων με σειρά κατάταξης ανώτερη από αυτή του τελευταίου διορισθέντα.

Η στρέβλωση αυτή μπορεί να επιλυθεί με ανάληψη νομοθετικής πρωτοβουλίας. Μία τέτοια νομοθετική πρωτοβουλία είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα αλλά και δικαιοπολιτικά ορθή, καθώς θεραπεύει δικαστικώς διαπιστωμένη αντισυνταγματικότητα, είναι σύμφωνη με την αρχή της ισότητας και της αξιοκρατίας καθώς αφορά επιτυχόντες με σειρά κατάταξης υψηλότερη του τελευταίου διορισθέντα, ενώ συμπληρωματικά δεν προκαλεί δημοσιονομική επιβάρυνση σε περίπτωση που δεν προβλεφθεί αναδρομικός διορισμός.

Η διάταξη

[1] Η διάταξη έχει ως εξής: «Κατά την περίοδο έως και το σχολικό έτος 2011-2012 οι διορισμοί μόνιμων εκπαιδευτικών στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση γίνονται σε ποσοστό 60% από τους ισχύοντες πίνακες διοριστέων εκπαιδευτικών του Α.Σ.Ε.Π. και σε ποσοστό 40% από τους κατά την παράγραφο 2 ενιαίους πίνακες προσωρινών αναπληρωτών εκπαιδευτικών με πραγματική προϋπηρεσία. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να παρατείνεται η μεταβατική περίοδος του προηγούμενου εδαφίου έως τη διενέργεια του πρώτου διαγωνισμού του Α.Σ.Ε.Π. κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου». Η ισχύς της μεταβατικής αυτής διάταξης παρατεινόταν κάθε χρόνο. Η τελευταία παράταση δόθηκε για το σχολικό έτος 2017 – 2018.
[2] Επιπλέον, στο άρθρο 9 παρ. 8 & 9 του ν. 3848/2010, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το ν. 4301/2014, οριζόταν ότι: «8. Μέχρι και το σχολικό έτος 2014-2015 όσοι εκπαιδευτικοί συμπλήρωσαν την 30ή Ιουνίου 2008 πραγματική προϋπηρεσία τουλάχιστον τριάντα (30) μηνών προσωρινού αναπληρωτή ή ωρομίσθιου εκπαιδευτικού σε δημόσια σχολεία πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αρμοδιότητας του Υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, διορίζονται επιπλέον, εφόσον υπάρχουν εκπαιδευτικές ανάγκες και δεν έχουν διοριστεί κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου, κατά σειρά που εξαρτάται από την προαναφερθείσα συνολική προϋπηρεσία. Ο αριθμός των διοριζομένων ανά σχολικό έτος και κατά κλάδο και ειδικότητα καθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων.
[3] Η διάταξη έχει ως εξής: «1. Οι υποψήφιοι εκπαιδευτικοί των προκηρύξεων του Α.Σ.Ε.Π. 1Π/2008 (Τεύχος Προκηρύξεων Α.Σ.Ε.Π. 267/3.6.2008), 2Π/2008 (Τεύχος Προκηρύξεων Α.Σ.Ε.Π. 515/8.10.2008), 3Π/2008 (Τεύχος Προκηρύξεων Α.Σ.Ε.Π. 516/8.10.2008), 4Π/2008 (Τεύχος Προκηρύξεων Α.Σ.Ε.Π. 530/15.10.2008), 5Π/2008 (Τεύχος Προκηρύξεων Α.Σ.Ε.Π. 531/15.10.2008), που είχαν συμπεριληφθεί στους πίνακες κατάταξης, διορίζονται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων σε κενές οργανικές θέσεις και σε περίπτωση μη ύπαρξης κενών οργανικών θέσεων σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις, οι οποίες καταργούνται αυτοδικαίως με την καθ` οιονδήποτε τρόπο αποχώρηση από αυτές, εφόσον έχει εκδοθεί ως προς αυτούς, μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, αμετάκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου με την οποία έγινε δεκτή αίτηση ακυρώσεως κατά της παράλειψης διορισμού τους.

2. Οι υποψήφιοι εκπαιδευτικοί της παραγράφου 1 καλούνται άπαξ προς διορισμό με βάση τη φθίνουσα σειρά κατάταξης που προκύπτει από τη συνολική βαθμολογία τους, όπως αυτή διαπιστώνεται με απόφαση του Α.Σ.Ε.Π. και μέχρι την πλήρωση του συνολικού αριθμού των θέσεων ανά κλάδο και ειδικότητα, που αντιστοιχούσε στις θέσεις που καλύφθηκαν με τον διορισμό εκπαιδευτικών, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της παρ. 2 περίπτωση α` υποπερίπτωση ββ` και της παρ. 4 του άρθρου 6 του ν. 3255/2004 (Α`138), παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3687/ 2008 (Α`159) και των παραγράφων 1, 8 και 9 του άρθρου 9 του ν. 3848/2010 (Α`71).

3. Ο διορισμός των υποψηφίων εκπαιδευτικών του παρόντος ισχύει από τη δημοσίευση της υπουργικής απόφασης της παραγράφου 1.
[4] Πρακτικά Βουλής, ΙΖ΄ Περίοδος, Δ΄ Σύνοδος ΝΖ, σελ. 2899
[5] Πρακτικά Βουλής, ΙΖ΄ Περίοδος, Δ΄ Σύνοδος ΡΙΣΤ’, σελ. 6829

Ασεπίτες 2008: Το χρονικό της αδικίας

1998:  Εισαγωγή γραπτού διαγωνισμού για τους διορισμούς των εκπαιδευτικών , υπό την αιγίδα του ΑΣΕΠ, με πρόβλεψη μικρού μεταβατικού διαστήματος για το προηγηθέν σύστημα της επετηρίδας.

2002-2015: Παράταση μεταβατικού σταδίου διορισμού εκπαιδευτικών με προϋπηρεσία, με αποτέλεσμα όχι μόνο να γίνεται πρόσληψη εκπαιδευτικών εκτός ΑΣΕΠ, αλλά και περιορισμός των προσλήψεων των επιτυχόντων των διαγωνισμών του ΑΣΕΠ.

2015: Η Ολομέλεια του ΣτΕ, με την απόφαση 527/2015, έκρινε ότι το 40% των διορισμών που είχαν γίνει εκτός ΑΣΕΠ δεν πληρούσαν τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και αξιοκρατίας. Οι θέσεις αυτές θα έπρεπε να είχαν καλυφθεί από τους Ασεπίτες.

2015-2019: Παρά την απόφαση του ΣτΕ, η πολιτεία εξακολουθεί να εφαρμόζει τις ίδιες αντισυνταγματικές διατάξεις στις προσλήψεις εκπαιδευτικών.

2019: Ο νόμος Γαβρόγλου  (προσοντολόγιο) προσφέρει υψηλή μοριοδότηση στους εκπαιδευτικούς με προϋπηρεσία, διαγράφοντας τα μόρια των επιτυχόντων σε γραπτούς διαγωνισμούς. Επισημαίνεται ότι, λόγω των προαναφερθεισών στρεβλώσεων, οι επιτυχόντες του διαγωνισμού ΑΣΕΠ δεν κλήθηκαν ποτέ ως αναπληρωτές ή ωρομίσθιοι, με αποτέλεσμα να έχουν μηδαμινή προϋπηρεσία και να αδικούνται στους πίνακες μορίων.

2019: Με το άρθρο 73 του νόμου Γαβρόγλου, 455 επιτυχόντες του ΑΣΕΠ 2008, διορίζονται στη δημόσια εκπαίδευση, με την επίκληση ονομαστικών δικαστικών αποφάσεων, χωρίς να τηρείται η σειρά επιτυχίας στο διαγωνισμό, με αποτέλεσμα εκπαιδευτικοί με υψηλότερη βαθμολογία να παραμένουν μέχρι και σήμερα αδιόριστοι.

2022: Το ΣτΕ, με την απόφαση 1834/2021, εξισώνει τους 455 διορισθέντες επιτυχόντες του ΑΣΕΠ 2008 με τους υπόλοιπους επιτυχόντες του διαγωνισμού. Εν τούτοις, η πολιτεία δεν έχει αποκαταστήσει μια διαχρονική αδικία.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.