S&P – Ψήφος εμπιστοσύνης για τις ελληνικές τράπεζες – Έτοιμες να στηρίξουν την οικονομία

Θετική για τις προοπτικές των ελληνικών τραπεζών παραμένει η S&P, εκτιμώντας πως θα συνεχίσουν να σημειώνουν βελτίωση στο μέτωπο της μείωσης των κόκκινων δανείων, με βάση και τις θετικές προοπτικές που έχει αυτή τη στιγμή η ελληνική οικονομία. 

Όπως σημειώνει ο οίκος, κατά την τελευταία του αξιολόγηση για την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας, προχώρησε σε αναβάθμιση της βαθμολογίας της στο “BB” από “BB-” με βάση την προσδοκία ότι οι κυβερνητικές πολιτικές θα οδηγήσουν σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες, μαζί με την αναμενόμενη χρήση των κονδυλίων της ΕΕ, θα έχουν ως αποτέλεσμα βελτιωμένες οικονομικές επιδόσεις.

Η S&P πιστεύει ότι αυτό θα ενισχύσει τις επιχειρηματικές προοπτικές, την προσφορά πίστωσης και τη ζήτηση στην Ελλάδα και θα αυξήσει την όρεξη των επενδυτών για την αγορά προβληματικών περιουσιακών στοιχείων, βοηθώντας έτσι τις ελληνικές τράπεζες να τα “ξεφορτώσουν” περαιτέρω από τους ισολογισμούς τους και να στηρίξουν την οικονομία.

Κατά την άποψη της S&P, η ορατή αύξηση των εγχώριων καταθέσεων, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη εκκαθάριση των ισολογισμών και τις νομισματικές εξελίξεις, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης στις πράξεις μακροπρόθεσμης χρηματοδότησης TLTRO της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, έχει οδηγήσει σε βελτιώσεις των δεικτών χρηματοδότησης και ρευστότητας των ελληνικών τραπεζών.

Στο πλαίσιο της έκθεσής της για τις τράπεζες στην περιοχή της Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Αφρικής (ΕΜΕΑ), η  S&P Global Rating θεωρεί ότι θα παραμείνουν ανθεκτικές στους επόμενους μήνες. Πλέον εκτιμά ότι η ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων θα αποδυναμωθεί λιγότερο από ό,τι ανέμενε προηγουμένως και σίγουρα πολύ λιγότερο από ό,τι κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης το 2009. Οι παράγοντες που στηρίζουν αυτήν της την άποψη είναι η διάθεση εμβολίων και η εκτεταμένη στήριξη πολιτικής η οποία και έχει ενισχύσει την οικονομική ανάκαμψη σε όλη την περιοχή της EMEA. Ωστόσο, τα αρνητικά επιτόκια είναι πιθανό να παραμείνουν στην ευρωζώνη έως το 2024, υπονομεύοντας την κερδοφορία για πολλές τράπεζες της περιοχής, όπως επισημαίνει.

Σε ό,τι αφορά τους κινδύνους, ο οίκος θεωρεί πως οι τράπεζες της περιοχής είναι αντιμέτωπες με δύο βασικά ρίσκα κατά τα επόμενα δύο χρόνια:

– Διακοπή ή αναστροφή της ανάκαμψης. Αυτό θα μπορούσε να προκύψει εάν οι εκστρατείες εμβολιασμού αποδειχτεί ότι απέχουν από το να ολοκληρωθούν, είναι άνισες σε ολόκληρη την περιοχή, με τον κίνδυνο εμφάνισης νέων ανθεκτικών στο εμβόλιο μεταλλάξεων. Επιπλέον, μια πρόωρη ή υπερβολικά απότομη απόσυρση των δημοσιονομικών κινήτρων θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεγαλύτερα προβλήματα στο μέτωπο της ποιότητας περιουσιακών στοιχείων για τις τράπεζες από ό, τι αναμένεται σήμερα, σε υψηλότερες προβλέψεις και χαμηλότερη κερδοφορία.

– Περιορισμένη επιτυχία στην ανανέωση των λειτουργικών τους μοντέλων, στη γρήγορη προσαρμογή σε έναν ολοένα και πιο ψηφιακό κόσμο και στη βελτίωση της κερδοφορίας. Η ικανότητα των τραπεζών να δημιουργούν κεφάλαια εσωτερικά και εξωτερικά, και τελικά η ικανότητά τους να διοχετεύουν αποτελεσματικά την πίστωση στην οικονομία, θα εξαρτηθεί από την ικανότητά τους να μετατρέπουν την αποτελεσματικότητα των επιχειρηματικών διαδικασιών τους ώστε να προσαρμοστούν σε ένα εξαιρετικά ανταγωνιστικό και ταχέως μεταβαλλόμενο λειτουργικό τοπίο, επισημαίνει ο οίκος.

– Αντιστροφή των σημερινών ευνοϊκών συνθηκών της αγοράς, αυξάνοντας τελικά το κόστος χρηματοδότησης για κυβερνήσεις, εταιρείες και τράπεζες – ή προκαλώντας μεγαλύτερες δυσκολίες στην πρόσβαση στη χρηματοδότηση. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί είτε επειδή οι συνεχιζόμενες πληθωριστικές πιέσεις θα απαιτήσουν τελικά μια αλλαγή στην εξαιρετικά ευνοϊκή νομισματική πολιτική είτε λόγω μίας αλλαγής στην όρεξη για ρίσκο των επενδυτών.

– Στρέβλωση της τιμολόγησης κινδύνου και εμφάνιση “φούσκας” στις αγορές assets,  ιδίως στην αγορά ακινήτων, ως αποτέλεσμα της παρατεταμένης εποικοδομητικής νομισματικής πολιτικής και της υπερβολικής αποταμίευσης. Εκτός από την περαιτέρω εξασθένηση της ποιότητας των περιουσιακών στοιχείων το 2021, η S&P θεωρεί πάντως ότι οι κίνδυνοι έχουν μειωθεί για τις τράπεζες των EMEA, στηρίζοντας την κερδοφορία και την κεφαλαιοποίησή τους. Η συντριπτική πλειονότητα των ευρωπαϊκών τραπεζών θα σημειώσει βελτίωση των οικονομικών αποτελεσμάτων για το 2021, ενώ η ανάκαμψη της οικονομίας θα βελτιώσει σταδιακά τα έσοδα από προμήθειες.

Ο οίκος εκτιμά επίσης ότι η επιστροφή της ζήτησης για δάνεια από τα νοικοκυριά θα αποτελέσει τη βασική κινητήρια δύναμη αύξησης της πίστωσης το 2021. Υπάρχουν ενδείξεις για αυξανόμενη ζήτηση στεγαστικών δανείων σε μερικές χώρες και τα καταναλωτικά δάνεια είναι πιθανό να ανακάμψουν σταδιακά καθώς η ιδιωτική κατανάλωση απογειώνεται μετά από περισσότερο από ένα χρόνο εξοικονόμησης και απομόχλευσης.

Παράλληλα, η S&P αναμένει ότι τα προβληματικά δάνεια θα αυξηθούν περαιτέρω, ιδίως στο μέτωπο των εταιρικών δανείων. Ωστόσο, οι καλύτερες οικονομικές προοπτικές θα υποστηρίξουν την πιστοληπτική ικανότητα των δανειοληπτών. Η ποιότητα του ενεργητικού πάντως θα διαφέρει ανάλογα με τις τράπεζες και τις χώρες. Θα είναι αισθητά πιο αδύναμη στους τομείς που είναι πιο ευάλωτοι στα μέτρα κοινωνικής απόστασης, όπως μεταφορές, φιλοξενία, διασκέδαση και λιανική.

Σε γενικές γραμμές πάντως, όπως καταλήγει η S&P, o παγκόσμιος τραπεζικός τομέας επιστρέφει στην ομαλότητα. Η ισχυρή στήριξη των αρχών στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια της COVID-19 βοήθησε σαφέστατα τις τράπεζες οι οποίες “μπήκαν” στην πανδημία με ήδη ενισχυμένα κεφάλαια και αποθέματα ρευστότητας σε σχέση με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Η S&P αναμένει ότι η ομαλοποίηση θα είναι το κυρίαρχο θέμα των επόμενων 12 μηνών, καθώς η οικονομική ανάκαμψη, οι εμβολιασμοί και τα κρατικά μέτρα στήριξης βοηθούν τις τράπεζες να ανακάμψουν πολύ πιο γρήγορα από ό, τι ήταν δυνατό στις σκοτεινές μέρες του 2020.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς