Τελευταία Νέα

Σχεδιάζοντας την αναπτυξιακή πολιτική

Μία από τις σημαντικές διαπιστώσεις που μπορούσαν να γίνουν κατά τα Περιφερειακά Αναπτυξιακά Συνέδρια τα οποία οργάνωσε το 2017 και το 2018 η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ότι οι πριν το 2015 κυβερνήσεις, σε συνεργασία με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς κατά τα δύο πρώτα μνημόνια, είχαν αφήσει πίσω τους καμένη γη. Δυστυχώς δεν έγινε ποτέ μια συστηματική καταγραφή αυτής της «κληρονομιάς»

Οι συγγραφείς αυτού του βιβλίου έχουν κάνει μια δουλειά μοναδική και επίπονη, επιδιώκοντας να μας παρουσιάσουν λεπτομερώς τη δραστηριότητά τους στη Γενική Γραμματεία Στρατηγικών και Ιδιωτικών Επενδύσεων του υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης, όχι μόνο ως διαχείριση τρεχουσών υποθέσεων, αλλά και ως σημαντική μεταρρυθμιστική προσπάθεια, τόσο με την επεξεργασία και υλοποίηση ενός νέου αναπτυξιακού νόμου, όσο και με την εγκαθίδρυση της πρωτοβουλίας «Γέφυρες Γνώσης και Συνεργασίας» (που αφορά την ανάσχεση του brain drain) και το ξεκίνημα του πανελλαδικού δικτύου για τη στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Συγχρόνως -και εκεί βρίσκεται η πρωτοτυπία, και ελπίζουμε η μεγάλη χρησιμότητα του βιβλίου- παρουσιάζει νέες κατευθύνσεις σχετικά με τον σχεδιασμό και τη διοίκηση της αναπτυξιακής πολιτικής, αναλύοντας τις αδυναμίες και τα αδιέξοδα του καθεστώτος που παρέλαβε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.

Το βιβλίο ξεκινάει θέτοντας βασικά ερωτήματα που προκύπτουν από την παρατήρηση του πλαισίου άσκησης αναπτυξιακής πολιτικής το οποίο κληρονόμησε η κυβέρνηση της Αριστεράς. Εντοπίζονται τα θέματα της ελληνικής πολιτικής και διοικητικής κουλτούρας και διαπιστώνεται η συσσώρευση προβλημάτων λόγω της απουσίας σχεδιασμού των αναπτυξιακών παρεμβάσεων. Επισημαίνεται η ανάγκη μιας νέας αρχιτεκτονικής διακυβέρνησης και οργάνωσης ενός αποτελεσματικού Κέντρου Διακυβέρνησης, ενώ θα διατηρούνται τα περιθώρια αυτονομίας των επιμέρους κέντρων σχεδιασμού πολιτικής. Και τελικά αναζητούνται οι προϋποθέσεις για μια «στροφή» προς ένα παράδειγμα «ολιστικού, ορθολογικού, κοινωνικά αποδεκτού και περιβαλλοντικά βιώσιμου προγραμματισμού της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας».

Μία από τις σημαντικές διαπιστώσεις που μπορούσαν να γίνουν κατά τα Περιφερειακά Αναπτυξιακά Συνέδρια τα οποία οργάνωσε το 2017 και το 2018 η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ότι οι πριν το 2015 κυβερνήσεις, σε συνεργασία με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς κατά τα δύο πρώτα μνημόνια, είχαν αφήσει πίσω τους καμένη γη. Δυστυχώς δεν έγινε ποτέ μια συστηματική καταγραφή αυτής της «κληρονομιάς».

Η Γραμματεία όπου τοποθετήθηκε ο Λόης Λαμπριανίδης είναι μια κρατική υπηρεσία που ανέλαβε να αλλάξει τον αναπτυξιακό νόμο και να ασκήσει πολιτική με τον νέο, ξεκινώντας από την αποτίμηση των επιπτώσεων των προηγούμενων σχετικών νόμων. Τέθηκε πράγματι ως προτεραιότητα η αξιολόγηση των τριών προηγούμενων αναπτυξιακών νόμων (2601/1998, 3299/2004, 3908/2011), που ανέδειξε πριν απ’ όλα ότι οι νόμοι αυτοί απέτυχαν αφενός να σηματοδοτήσουν ένα σαφές στρατηγικό σχέδιο παραγωγικής ανάπτυξης της χώρας και αφετέρου στήριξαν και αναπαρήγαγαν κατεστημένες δομές και συμφέροντα.

Είναι βέβαια αναμενόμενο ότι η διαμόρφωση και αξιοποίηση των αναπτυξιακών νόμων σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχούν οι πελατειακές μέθοδοι οδηγεί στην αναπαραγωγή των κατεστημένων δομών. Ετσι, ήταν πολύ περιορισμένη η συμμετοχή των μικρότερων επενδύσεων, αλλά και η αύξηση της απασχόλησης, ήταν περιορισμένη η μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων, όπως και η υποστήριξη επενδυτικών σχεδίων υψηλής τεχνολογίας.

Αυτοί ήταν οι παράγοντες που οδήγησαν στην απώλεια παραγωγικού δυναμικού, καθώς η απουσία σχεδίου αναδιάρθρωσης της οικονομίας οδηγούσε το δόγμα της αναμφισβήτητης σοφίας του μεμονωμένου επιχειρηματία στην υποστήριξη δραστηριοτήτων που είχαν απολέσει την τεχνολογική και οργανωτική τους υπεροχή, και επομένως την ανταγωνιστικότητά τους, και το αποτέλεσμα ήταν η δραματική κρίση του 2009 και η αναπαραγωγή με την υποστήριξη των ευρωπαϊκών θεσμών του συνδυασμού νεοφιλελευθερισμού και πελατειακού συστήματος, που ακόμα χαρακτηρίζει το ελληνικό αστικό καθεστώς.

Μια ουσιαστική παρατήρηση των συγγραφέων σχετικά με τη λογική της μνημονιακής συνθήκης, η οποία έπαιξε καθοριστικό ρόλο σχετικά με αυτή την αναπαραγωγή κατά την τελευταία δεκαετία, είναι ότι σε αυτές τις συνθήκες «η τύχη της χώρας και ιδίως των πιο αδύναμων και ανίσχυρων περνά μέσα από τα χέρια φιλόδοξων –μεσαίου βεληνεκούς– αλλοεθνών τεχνοκρατών, οι οποίοι δεν έχουν την παραμικρή ενσυναίσθηση αλλά και διασύνδεση με τα κοινωνικά προβλήματα, τα δρώμενα και τις πραγματικές ανάγκες ενός λαού». Αν και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το ελληνικό κεφάλαιο και οι πολιτικές δυνάμεις που επιδιώκουν να το εκφράσουν ήταν πλήρως ευθυγραμμισμένα με αυτούς τους φιλόδοξους αλλοεθνείς και, όπως δείχνει η πρακτική της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας σήμερα, το καταστροφικό μείγμα νεοφιλελευθερισμού και πελατειακού συστήματος διατηρείται με θεαματικό τρόπο.

Ο νέος νόμος επιδίωξε πριν απ’ όλα να «δώσει λιγότερα αλλά σε πολύ περισσότερους». Προτιμήθηκαν οι φορολογικές απαλλαγές από τις επιχορηγήσεις, για την ενίσχυση της απόδοσης και όχι την αύξηση των δαπανών ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Δόθηκαν άμεσες επιχορηγήσεις σε εξωστρεφείς και καινοτόμες μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενώ ενισχύθηκαν κατά προτεραιότητα επιχειρηματικές συστάδες (clusters), κοινωνικές συνεταιριστικές επιχειρήσεις και αγροτικοί και άλλοι συνεταιρισμοί. Επελέγη επίσης η ενίσχυση επιχειρήσεων Τεχνολογίας, Πληροφορικής και Επικοινωνίας, καθώς και Αγροδιατροφής. Στόχος ήταν επίσης να υποστηριχθεί η εγκατάσταση σε βιομηχανικές περιοχές και πάρκα και να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των περιφερειακών ανισοτήτων.

Η υιοθέτηση ενός νέου νόμου και η υλοποίηση στην πράξη των στόχων του είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Οι συγγραφείς παρουσιάζουν με καθαρότητα τα προβλήματα που συνάντησε η προσπάθεια προσαρμογής της λειτουργίας της υπηρεσίας στις νέες απαιτήσεις. Επισημαίνονται τα προβλήματα της αποφυγής ανάληψης ευθύνης, αλλά και της λειτουργίας του προσωπικού χωρίς σαφείς χρονικούς περιορισμούς. Καταλήγουν βέβαια στη διαπίστωση ότι πραγματοποιούνται ατέρμονες συναντήσεις και ότι το management του προσωπικού είναι απολύτως ελλιπές, με απουσία στοχοθεσίας και ελέγχου της εφαρμογής της, καθώς και απουσία ουσιαστικών αξιολογήσεων. Καταλήγουν ότι το κρισιμότερο ζήτημα είναι αυτό της ουσιαστικής απόδοσης του κάθε υπαλλήλου και της αποτίμησης, διασφάλισης και ανταμοιβής της.

Η κατάληξη όμως δεν αφορά τη μεταρρύθμιση των εσωτερικών λειτουργιών της διοίκησης. Προτείνεται μια πολύ πιο φιλόδοξη μεταρρύθμιση με διττό στόχο. Τη δημιουργία αφενός ενός Κέντρου Διακυβέρνησης παρά τω πρωθυπουργώ, το οποίο αναλαμβάνει τον σχεδιασμό της αναπτυξιακής πολιτικής. Και ένα Κέντρο Διεύθυνσης που αφορά την υλοποίηση του σχεδιασμού και όπου πρέπει να εμπλέκονται οι συναρμόδιες κυβερνητικές υπηρεσίες, οι υπηρεσίες περιφερειακής και τοπικής αυτοδιοίκησης, οι ενδιαφερόμενοι κοινωνικοί εταίροι και η κοινωνία των πολιτών. Ας σημειωθεί ότι μια τέτοια προβληματική είχε προκύψει και είχε τεθεί με αφορμή τα περιφερειακά αναπτυξιακά συνέδρια, χωρίς δυστυχώς να υπάρξει συνέχεια.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς