Τελευταία Νέα

Ρέθυμνο – Βεδέροι – Ο οικισμός «φύλακας» του Πρινέ

Γενικά στοιχεία

Οι Βεδέροι είναι ένας μικρός οικισμός του δυτικού Ρεθύμνου, σε απόσταση 8 περίπου χμ. από την πόλη του Ρεθύμνου και 1,3 χμ. από το χωριό Πρινές στο οποίο ανήκει σήμερα διοικητικά, σύμφωνα με τον Ν. 3852/2010 «Πρόγραμμα Καλλικράτης». Ο οικισμός βρίσκεται μέσα σε ένα απέραντο βελανιδόδασος που αποτελεί προέκταση αυτού των Αρμένων και του Κάστελλου, που διακόπτεται από μεγάλους ελαιώνες, σε υψόμετρο 155 μ. και έχει ανοιχτό μέτωπο στο κρητικό πέλαγος το οποίο εποπτεύει. Στην τελευταία απογραφή (2011) είχε μόλις 33 κατοίκους. Έχει χαρακτηριστεί ως οικισμός υψίστης πολιτισμικής αξίας κατηγορίας «Α» σύμφωνα με Π.Δ. του 1995. Το όνομά του προήλθε από το απαρέμφατο του λατινικού ρήματος video (βλέπω) – videre, πιστοποιώντας και με αυτόν τον τρόπο την εξαιρετική και απρόσκοπτη θέα του χωριού προς τη θάλασσα.

Η απρόσκοπτη θέα από ύψωμα του οικισμού.

Ιστορία του οικισμού

Ο οικισμός, πιθανότατα, δημιουργήθηκε κατά την ύστερη βενετοκρατία, όταν η οθωμανική αυτοκρατορία, μέσω των πειρατών των βορείων αφρικανικών παραλίων, προσπαθούσε να πλήξει τις βενετικές κτήσεις στη Μεσόγειο και κυρίως την Κρήτη. Το 1538, ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσσα, ο φοβερότερος πειρατής όλων των εποχών, με στόλο από 80 καράβια επιχείρησε να κυριεύσει τα Χανιά, το Ρέθυμνο ακόμα και τον ίδιο το Χάνδακα. Το 1562, ο διάδοχος του Μπαρμπαρόσσα, Ντραγούτ Ρέις, λεηλάτησε τα χωριά του Αποκόρωνα και του Ρεθύμνου. Η τρίτη και φοβερότερη επιδρομή έγινε το 1571, αυτή τη φορά από τον Αλγερινό πειρατή Ουλούτζ-Αλή , που κατέστρεψε ολοκληρωτικά την πόλη του Ρεθύμνου.

Σαν αντίδραση η βενετική διοίκηση κατασκεύασε διάφορα οχυρωματικά έργα στο νησί, καθώς και ένα εκτεταμένο δίκτυο ακτοφρουρών, με πύργους-βίγλες, σε επίκαιρες θέσεις, ώστε να υπάρχει έγκαιρη ειδοποίηση και αντίδραση στην εμφάνιση των πειρατών. Οι πύργοι αυτοί διέθεταν μόνιμη φρουρά κατά την εαρινή και καλοκαιρινή περίοδο, αρχομένης από την 1η Μαρτίου, που ο κίνδυνος πειρατικής επιδρομής ήταν μεγαλύτερος. Επικοινωνούσαν μεταξύ τους, κατά τη διάρκεια της ημέρας με σήματα καπνού και κατά τη διάρκεια της νύχτας με φωτιές που άναβαν σε αυτές σε περίπτωση που αντιλαμβάνονταν κάποιο εχθρικό πλοίο. Οι πύργοι επανδρώνονταν με άνδρες των γύρω χωριών, με μορφή υποχρεωτικής αγγαρείας, που ήταν άοπλοι ή ελαφρά οπλισμένοι για τον φόβο επανάστασης εναντίων των Βενετών.

Η ευρύτερη περιοχή του Γερανίου, με τον όρμο Καμάρι, ήταν από τις επικίνδυνες περιοχές που συχνά προσορμίζονταν πειρατές. Για τον λόγο αυτό η βενετική διοίκηση της Κρήτης στην περιοχή κατασκεύασε τρεις τέτοιους πύργους: Στους Βεδέρους, που από ψηλά επόπτευαν όλο το παράκτιο μέτωπο, στην Παναγία στο Γεράνι, καθώς και στη θέση Σχισομούρι Γερανίου. Οι περιοχές αυτές επικοινωνούσαν μεταξύ τους μέσω του φαραγγιού των Βεδέρων, που ξεκινά από τα Φρατζεσκιανά Μετόχια, περνάει από τους Βεδέρους και καταλήγει παραλιακά, στον όρμο Καμάρι Γερανίου. Αυτή τη δύσβατη, αλλά σύντομη, σχετικά, διαδρομή χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι των περιοχών για να επικοινωνούν μεταξύ τους, αλλά και οι πειρατές, που μέσω αυτής της φυσικής διόδου περνούσαν στην ενδοχώρα για να λεηλατήσουν, να καταστρέψουν και να αιχμαλωτίσουν.

Σε σωζόμενη έκθεση του έτους 1633, του Nicola Gualdo, επιθεωρητής της πολιτοφυλακής της Κρήτης, προς τον Lorenzo Contarini, Γενικό Προνοητή της Κρήτης, αναφέρονται αρκετά στοιχεία για αυτές τις βίγλες. Ειδικά για τους Βεδέρους, η έκθεση αναφέρει ότι η βίγλα βρίσκεται στην θέση «Πύργος» που είναι ένα υψηλό σημείο, σε απόσταση μισού μιλίου (το βενετσιάνικο μίλι ήταν 1738,67 μ.) από την άλλη βίγλα στην Παναγία του Γερανίου, απ΄ όπου μπορεί κανείς να δει να περνάει μια φρεγάτα από τη θάλασσα. Η βίγλα αυτή φυλάσσεται μόνο τη νύχτα από τέσσερις άντρες που προέρχονται από το χωριό Πρινές και την εποπτεία έχει ο εκατόνταρχος Μιχελής Λίτινος.

Απόσπασμα της βενετικής έκθεσης του 1633.

Από τα παραπάνω υποθέτουμε ότι ο οικισμός των Βεδέρων δημιουργήθηκε, αρχικά, από κατοίκους του χωριού Πρινέ που ήθελαν να βρίσκονται κοντά στην βίγλα την οποία υποχρεούνταν να επανδρώνουν με μορφή αγγαρείας. Σε αυτό συνηγορεί και η πρώτη αναφορά του οικισμού το 1577 ως Vueru από τον ενετό μηχανικό Francesco Barozzi και ως Vuerus, λίγα χρόνια μετά, το 1583, στην απογραφή του Πέτρου Καστροφύλακα, ο οποίος αναφέρει ότι ο οικισμός έχει 67 κατοίκους με 174 οφειλόμενες αγγαρείες. Πιθανότατα, αυτές οι αγγαρείες, επειδή ο αριθμός τους είναι δυσανάλογα μεγάλος με τον πληθυσμό των Βεδέρων, να αφορούν και τους κατοίκους του Πρινέ και να πρόκειται και για τις αγγαρείες επάνδρωσης της βίγλας.

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ο οικισμός δεν φαίνεται να αναπτύσσεται ιδιαίτερα. Με τον πρώτο δημοτικό νόμο του 1879 οι Βεδέροι υπάχθηκαν στον νεοσύστατο Δήμο Ατσιποπούλου, που αποτελείτο συνολικά από 13 χωριά. Στην απογραφή που έγινε δύο χρόνια μετά, το 1881, ο οικισμός είχε 99 κατοίκους σε 23 οικογένειες, όλες χριστιανικές. Από αυτούς 47 ήταν άνδρες και 52 γυναίκες. Αντίθετα, ο διπλανός Πρινές είχε 440 κατοίκους χριστιανούς και 74 Μουσουλμάνους. Στο πληθυσμιακό του απόγειο ο οικισμός των Βεδέρων έφτασε το 1900, όπου στην απογραφή εμφανίζεται να έχει 103 κατοίκους. Από εκεί και μετά αρχίζει η πληθυσμιακή συρρίκνωσή του, όπως φαίνεται στον πίνακα που ακολουθεί. Αυτή φαίνεται να οφείλεται στην φτωχή και άγονη γη της περιοχής, που δεν μπορούσε να θρέψει ικανοποιητικά τους κατοίκους του οικισμού. Οι κάτοικοι των Βεδέρων, ασχολούμενοι παραδοσιακά με την γεωργία και λιγότερο με την κτηνοτροφία, προτίμησαν να μεταναστεύσουν σε άλλες περιοχές, αναζητώντας καλύτερη τύχη.

Απογραφή 1920 1928 1940 1951 1961 1971 1981 1991 2001 2011
Πληθυσμός 62 76 69 51 57 42 29 39 48 33

Κάτοικοι των Βεδέρων σε αναμνηστική φωτογραφία, πιθανόν το 1921.

Διοικητικά, το 1925 οι Βεδέροι προσαρτήθηκαν στην κοινότητα Πρινέ, το 1997 υπάχθηκαν στον νεοσύστατο Δήμο Νικηφόρου Φωκά και το 2010 στον Δήμο Ρεθύμνου, σύμφωνα με το Πρόγραμμα Καλλικράτης.

Μορφή του οικισμού

Πανοραμική άποψη του οικισμού.

 

Ο οικισμός αποτελείται από μερικές δεκάδες σπίτια αναπτυγμένα κατά μήκος του μοναδικού κεντρικού δρόμου και κάποιων αδιέξοδων στενών σοκακιών. Τα περισσότερα από αυτά διατηρούν ανόθευτα τα βενετσιάνικα αρχιτεκτονικά τους στοιχεία. Είναι δομημένα με φρουριακή αρχιτεκτονική, με ψηλούς εξωτερικούς τοίχους και εισέρχεσαι στην κυρίως οικία μέσω επιβλητικών θυρωμάτων, πολλά από τα οποία διατηρούνται ακόμα σε καλή κατάσταση, με πλούσια διακόσμηση αρκετά από αυτά. Οι οικίες αναπτύσσονται γύρω από μια εσωτερική αυλή, αθέατη από τον δρόμο, στην οποία υπάρχουν όλες οι βοηθητικές λειτουργίες του σπιτιού. Πετρόχτιστοι φούρνοι, πηγάδια, στέρνες, πατητήρια, μύλοι, είναι μερικά από τα στοιχεία που απαρτίζουν τις αυλές. Στο ισόγειο συνήθως βρίσκονται οι αποθήκες και οι στάβλοι των ζώων με τις πέτρινες δέστρες και τις ματζαδούρες, ενώ πέτρινες σκάλες, φαγωμένες από τον καιρό οδηγούν στον όροφο της οικίας. Εξωτερικά διαφαίνονται ακόμα οι υδρορροές που οδηγούσαν τα όμβρια ύδατα είτε στον δρόμο είτε σε κάποια δεξαμενή για να χρησιμοποιηθούν για τις βοηθητικές εργασίες του σπιτιού.

 

Οικίες του χωριού.

Αρκετά σπίτια του οικισμού έχουν ανακαινιστεί και χρησιμοποιούνται ως κύριες κατοικίες ή για τουριστική εκμετάλλευση. Υπάρχουν όμως και αρκετά ερειπωμένα που στέκουν ακόμα, θυμίζοντας στον επισκέπτη ένδοξες στιγμές του παρελθόντος. Παράλληλα, πολλές νέες οικίες, που διατηρούν τα αρχιτεκτονικά στοιχεία του οικισμού, έχουν ανεγερθεί στην ευρύτερη περιοχή και χρησιμοποιούνται ως πολυτελή τουριστικά καταλύματα.




Θυρώματα του οικισμού.

Η υδροδότηση του οικισμού – Η πάνω βρύση

Τα περισσότερα σπίτια του χωριού διέθετα επίπεδα δώματα που μάζευαν τα όμβρια ύδατα και μέσω αγωγών μεταφέρονταν σε υπέργειες ή υπόγειες δεξαμενές. Το νερό αυτό το χρησιμοποιούσαν και για πόσιμο αλλά και για τη χρήση του σπιτιού.

Αγωγός μεταφοράς ομβρίων υδάτων.

 Παράλληλα, νότια του χωριού, σε μικρή απόσταση, υπάρχει η «πάνω βρύση». Πρόκειται για ένα πηγάδι, από το οποίο οι κάτοικοι αντλούσαν νερό για πόσιμο και για οικιακή χρήση. Με την πάροδο του χρόνου ο χώρος του πηγαδιού στεγάστηκε για προστασία από τα καιρικά φαινόμενα. Αργότερα, δίπλα στο πηγάδι, κατασκευάστηκε δεξαμενή που μάζευε νερό από υπερκείμενη πηγή και μέσω μεταλλικών σωληνώσεων το μετέφερε στον οικισμό. Στον χώρο της «πάνω βρύσης» υπήρχαν λαξευτές γούρνες, που σώζονται ακόμα, στις οποίες οι γυναίκες του χωριού έπλεναν τα ρούχα του σπιτιού.

Η “Πάνω Βρύση”.

Ο ναός του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου

Ο Ναός του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου.

Στην είσοδο του οικισμού δεσπόζει ο μεγαλοπρεπής ναός του Γενεθλίου του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, που γιορτάζει στις 24 Ιουνίου. Είναι χτισμένος το 1833, κατά την περίοδο της αιγυπτιοκρατίας, όπως μαρτυρά εξώγλυφο χαραγμένο στο υπέρθυρο της κεντρικής εισόδου του ναού (,αωλΓ). Ο ναός, ρυθμού μονόκλιτης Βασιλικής, έχει αρκετά αναγεννησιακά στοιχεία στην όψη του. Επιβλητικές είναι οι σκαλιστές διευρύνσεις στις τέσσερις γωνίες του ναού που παραπέμπουν σε φρουριακή αρχιτεκτονική (scarpa και cordone), καθώς και το ανάγλυφο βημόθυρο.

Το υπέρθυρο εξώγλυφο με ημερομηνία κτήσης του ναού 1833 (,αωλΓ).

Μία από τις τέσσερις γωνίες του ναού.

Το σκαλιστό βημόθυρο του ναού.

Το πλούσιο, ανάγλυφο, καμπαναριό είναι νεότερο, κατασκευασμένο το 1859, όπως μαρτυρά η ανάγλυφη ημερομηνία στο κέντρο του. Αρχιτεκτονικά παραπέμπει στο καμπαναριό της Ιεράς Μονής Αρκαδίου, στα πρότυπα του οποίου έχουν κατασκευαστεί πολλά καμπαναριά σε ναούς του Ρεθύμνου.

Λεπτομέρεια της κατάληξης του καμπαναριού.

Εσωτερικά ο ναός στηρίζεται σε τρία οξυκόρυφα τόξα. Εντυπωσιάζει το ξυλόγλυπτο χρυσοποίκιλτο τέμπλο του με εικόνες του γνωστού Ρεθεμνιώτη αγιογράφου Ιωάννη Σταθάκη (1830-1913), μαθητή του εξαίρετου αγιογράφου Αντώνιου Βεβελάκη. Οι εικόνες του τέμπλου εντυπωσιάζουν με τις καθαρές δυτικές επιρροές τους.

 

Το εσωτερικό του ναού.

 Δεν γνωρίζουμε αν αυτός ήταν ο αρχικός ναός ή αν υπήρχε προγενέστερος ο οποίος να καταστράφηκε στη μεγάλη επανάσταση του 1821. Γνωρίζουμε, όμως, ότι παλαιότερα και μέχρι τα μέσα περίπου του 20ου αιώνα στον χώρο υπήρχε Μονή που ο σημερινός ναός ήταν το Καθολικό της.

Η πλατεία του χωριού

Ανατολικά του ναού του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου εκτείνεται η πλατεία-άλσος του χωριού που φέρει το όνομα του τέως βουλευτή Ρεθύμνου Ιωάννη Γοβατζιδάκη που καταγόταν από τους Βεδέρους. Ο Ιωάννης Γοβατζιδάκης (1874 -1934) ήταν  έμπορος και πολιτικός και καταγόταν από οικογένεια αγωνιστών. Πήρε μέρος στην επανάσταση του Θερίσου και εξελέγη για πρώτη φορά πληρεξούσιος Ρεθύμνης το 1912 επί Κρητικής Πολιτείας. Εξελέγη βουλευτής με το κόμμα των Φιλελευθέρων του Ελευθερίου Βενιζέλου το 1928 και το 1933. Ως βουλευτής συνετέλεσε στην ανέγερση πολλών σχολείων, ενώ θεωρείτο ο προστάτης των φτωχών. Η πλατεία, ιδιοκτησία της ενορίας, αν και παραμελημένη, διαθέτει τεράστιες αιωνόβιες βελανιδιές που δημιουργούν παχύ ίσκιο στον επισκέπτη της.

 

Στα όρια της πλατείας ορθώνεται το μαρμάρινο μνημείο του οικισμού που αναγράφονται τα ονόματα των σπουδαίων για το έργο και τη δράση τους Βεδεριανών, καθώς και αυτών που έπεσαν στους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες της πατρίδας.

Το μνημείο του οικισμού.

 

Τα λαξεύματα

Το έδαφος των Βεδέρων είναι κυρίως άγονο με μεγάλους βράχους να κυριαρχούν στο τοπίο. Στα όρια του οικισμού σώζονται αρκετές λαξεύσεις σε βράχους που επιτελούσαν διάφορους σκοπούς και χρήσεις. Θα συναντήσουμε έναν ογκοδέστατο βράχο που διακρίνονται τα ίχνη της ανθρώπινης παρέμβασης πάνω του, χωρίς, όμως να γνωρίζουμε επακριβώς τη χρήση για την οποία προοριζόταν. Πιθανόν να προοριζόταν για κάποια «φάμπρικα» από τις πολλές που υπήρχαν στο χωριό.

Ο άγνωστης χρήσης λαξευμένος βράχος.

 

Βόρεια του χωριού και σε μικρή απόσταση από αυτό, πηγαίνοντας προς την είσοδο του φαραγγιού, συναντούμε ένα λαξευτό πατητήρι που χρονολογικά ανάγεται, πιθανόν, στην περίοδο της Βενετοκρατίας, ή και προγενέστερα, όταν στον οικισμό καλλιεργούνταν ακόμα αμπέλια. Αποτελείται από δύο ορθογωνικές δεξαμενές που επικοινωνούν μεταξύ τους με ανοιχτό κρουνό. Στη μεγάλη δεξαμενή (ληνό) πατούσαν τα σταφύλια και ο μούστος έτρεχε στη μικρότερη, πιο χαμηλή δεξαμενή (υπολήνιο). Στον ίδιο βράχο υπάρχει ελλειψοειδής ρηγή γούρνα. Τέτοια λαξευτά πατητήρια υπάρχουν διάσπαρτα σε πολλούς οικισμούς της Κρήτης αλλά και του Ρεθύμνου.

Το λαξευτό πατητήρι.

 

Στα όρια του οικισμού, μέσα στο βελανιδόδασος, υπάρχουν αρκετές λαξευμένες ελλειψοειδείς ρηχές γούρνες πάνω σε επίπεδο βράχο. Δεν γνωρίζουμε αν σε παλαιότερους χρόνους η χρησιμότητά τους είχε να κάνει με την οινοποιία. Πάντως, μέχρι και τη δεκαετία του 1960 χρησίμευαν ως μικρές αλυκές για να παίρνουν οι κάτοικοι του οικισμού αλάτι από θαλασσινό νερό που έφερναν από το Καμάρι στο Γεράνι.

Οι λαξευτές γούρνες.

 

Τέλος, διάσπαρτα σε όλη την περιφέρεια του οικισμού υπάρχουν αρκετά λιθόχτιστα αλώνια, χρήσιμα σε μια εποχή που κάθε σπίτι είχε το δικό του σιτάρι και έφτιαχνε το δικό του ψωμί.

Λιθόχτιστο αλώνι.

 

Το φαράγγι των Βεδέρων

Όλο το φυσικό περιβάλλον του οικισμού των Βεδέρων είναι πράγματι μοναδικό: Εντυπωσιακές βελανιδιές, χαρουπιές, υπεραιωνόβιες ελιές,   κυπαρίσσια, τραμιθιές, απιδιές, αμυγδαλιές, μπουρνελιές, φραγκοσυκιές, λεμονιές, συνθέτουν ένα μαγευτικό τοπίο, ιδιαίτερου φυσικού κάλους.

Σε αυτό το θαυμάσιο τοπίο δεσπόζει το ομώνυμο φαράγγι που ξεκινάει από τα  Φρατζεσκιανά Μετόχια και καταλήγει στον όρμο του Γερανίου. Το συνολικό του μήκος, από τα Φρατζεσκιανά Μετόχια ως την παραλία του Γερανίου, υπολογίζεται στα 4 χμ. Από τους Βεδέρους, όμως, υπάρχει προσβάσιμη, σημασμένη είσοδος στο φαράγγι που μειώνει την απόσταση μέχρι την έξοδό του στα 2 χμ.

Η είσοδος του φαραγγιού.

 

Η διάβαση γίνεται μέσα από την κοίτη του χειμάρρου, που τους καλοκαιρινούς μήνες δεν έχει νερό. Ο περιπατητής συναντά στη διαδρομή του πλατάνια με κισσούς πλεγμένους σε αυτά, σφάκες, χαρουπιές, σκίνους, φασκομηλιές και αγκαράθους, ενώ οι ακρέβατοι και το θυμάρι αποζημιώνουν τον πεζοπόρο με τα αρώματά τους.

Παλαιότερα είχε γίνει μια προσπάθεια σήμανσης του φαραγγιού και των μονοπατιών του, που σήμερα, όμως έχει καταστραφεί στο μεγαλύτερο τμήμα της. Τα δέντρα και τα φυτά του φαραγγιού έχουν μεγαλώσει υπερβολικά καταστώντας τη διάβασή του αρκετά δυσχερή, παρά το μικρό του μήκος. Επίσης, λογής λογής σκουπίδια υπάρχουν διάσπαρτα σε όλο το μήκος του φαραγγιού δημιουργώντας αλγεινή εικόνα στον φυσιολάτρη περιπατητή.

Το φαράγγι από ψηλά.

 

Είναι άμεση ανάγκη να γίνουν όλες οι απαραίτητες ενέργειες στο ιδιαιτέρου φυσικού κάλους φαράγγι των Βεδέρων ώστε να καταστεί και πάλι προσβάσιμο σε όλους. Θα προσθέσει κι αυτό υπεραξία στην αναπτυσσόμενη τουριστικά περιοχή δημιουργώντας έναν ακόμα πόλο έλξης σε Έλληνες και ξένους φυσιολάτρες.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ-ΠΗΓΕΣ

  • Γιαπιτζόγλου Κώστας-Μοσχόβη Γεωργία (2002). «Λαξευτά πατητήρια και πιεστήρια στην Κρήτη: Μια τυπολογική και τοπογραφική προσέγγιση». Οίνος παλαιός ηδύποτος, το κρητικό κρασί από τα προϊστορικά ως τα νεότερα χρόνια. Πρακτικά διεθνούς επιστημονικού Συμποσίου, Ηράκλειο 2002, 169-189.
  • Δερεδάκης Νίκος (2009-2011). «Η πειρατική επιδρομή του Ουλούτζ-Αλή: καταστροφή ή καλοτυχία για το Ρέθυμνο;». Κρητολογικά Γράμματα 22, (2009-2011), 11-23.
  • Μαλτέζου Χρύσα (1983). «Η φρούρηση των παραλίων του διαμερίσματος του Ρεθύμνου. Κατάλογος σκοπιών (1633)». Αριάδνη τ. Α’ (1983), 139-167.
  • Σπανάκης Στέργιος (1991). Πόλεις και χωριά της Κρήτης στο πέρασμα των αιώνων. Ηράκλειο.
  • Σταυράκης Νικόλαος. (1890). Στατιστική του πληθυσμού της Κρήτης. Αθήνησι.
  • Φραγκούλη Αργινή (1996). Νοτιοανατολικά-νοτιοδυτικά ρεθεμνιώτικα χωριά του θρύλου και της ιστορίας. Αθήνα.
  • https://el.wikipedia.org Βεδέροι Ρεθύμνου
  • Ιερά Μητρόπολις Ρεθύμνου και Αυλοποτάμου, Φορητές εικόνες αγιογράφοι. https://www.imra.gr
  • Αρχείο Καλλιόπης Μακρυλλάκη.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς