Quentin Tarantino – Επιστρέφοντας στον τόπο του εγκλήματος

Quentin Tarantino: Αιρετικός auteur ή φθηνός αντιγραφέας; Πρωτοπόρος και ευφυία ή απλώς άλλος ένας προβοκάτορας τιθασευτής του mainstream; Πολλά έχουν ακουστεί για από την πρώτη εμφάνιση του Tarantino στα κινηματογραφικά δρώμενα με το «Reservoir Dogs». Και πολλά ακόμη θα ακουστούν αναμφίβολα με αφορμή την νέα ταινία του «Once Upon a Time in Hollywood». Λίγες μέρες, λοιπόν, πριν δούμε την ολοκαίνουργια και σύμφωνα με δήλωση του προτελευταία του ταινία, μετριάζουμε την αδημονία και την ανυπομονησία μας και ανατρέχουμε στο αιματοβαμμένο, cult, αλλά εν τελεί βαθιά σινεφίλ και μοναδικά καλλιτεχνικό σύμπαν του Quentin. Διότι ακόμα και για τους πιο φανατικούς πολέμιους του Tarantino, η φιλμογραφία του δεν παύει να αποτελεί μια «ένοχη» βουτιά απόλαυσης στην τέχνη του κινηματογράφου… Άλλωστε ο ίδιος ο Tarantino στην νέα του ταινία επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος: δηλαδή στην ιστορία του σινεμά.

Το περίφημο Trunk Shot από την ταινία Reservoir Dogs.
Από τις βιντεοταινίες στο «Reservoir Dogs»

Πριν από την «εφεύρεση» των torrents, του Netflix, ακόμα και των DVD υπήρχε μια γλυκιά, μακρινή εποχή όπου αναπόσπαστο κομμάτι της κινηματογραφικής βιομηχανίας υπήρξαν τα video club και οι βιντεοταινίες. Κάπου εκεί, λοιπόν, ο νεαρός Tarantino πέρναγε ώρες ξεσκονίζοντας τα ράφια του video club στο οποίο δούλευε πέφτοντας πάνω στις πιο σπάνιες, ξεχασμένες και περιθωριακές ταινίες του παγκόσμιου σινεμά. Spaghetti western, ταινίες με θέμα πολεμικές τέχνες, παραγκωνισμένα ασιάτικα φιλμ, grindhouse παραγωγές που αγγίζαν την απόλυτη καλτίλα αποτελούν τις βάσεις της κινηματογραφικής παιδείας του Tarantino.

Με αφετηρία αυτές τις αναφορές και με ελάχιστο budget ο νεαρός Tarantino γυρίζει το 1992 την πρώτη του ταινία. Το «Reservoir Dogs» μέχρι και σήμερα θεωρείται για πολλούς η πιο ολοκληρωμένη στιγμή του. Θα έλεγε κανείς ότι φαντάζει εκ πρώτης όψεως μια απλή heist περιπέτεια. Κι όμως η γλώσσα του Tarantino καθιστά σαφές πολύ γρήγορα ότι θέλει να μας συστήσει κάτι διαφορετικό.

Ένα μάτσο κακοποιών που δεν θυμίζουν σε τίποτα τις αρχετυπικές φυσιογνωμίες των «κακών» μαλώνουν για την κρυφή σημασία του «Like a Virgin» της Madonna, διαφωνούν για την αξία των φιλοδωρημάτων στα καφέ και εκφράζουν αντιρρήσεις για τα παρατσούκλια τους. Στο ενδιάμεσο η αφήγηση του Tarantino και οι χρονικές εναλλαγές της, συνδυαστικά με μια ανθολογία αριστοτεχνικά στημένων βίαιων σκηνών και ανέλπιστα οξυδερκών διαλόγων εκεί που δεν το περιμένεις (σήμα κατατεθέν του Quentin) οδηγούν μεθοδικά σε ένα γεμάτο ένταση και ανατροπές φινάλε. Το «Reservoir Dogs» δεν είναι μονάχα η αρχή του Tarantino. Είναι μια από εκείνες τις ταινίες του ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά που απέδειξαν ότι πίσω από τα αφελή «πιστολίδια» και την απεικόνιση της βίας μπορεί να χτιστούν νέες κινηματογραφικές γλώσσες με τα δικά τους σύμβολα, την δική τους αισθητική και την δική τους καλλιτεχνική αυτονομία.

Η Uma Thurman λικνίζεται αισθησιακά σε σκηνή του Pulp Fiction.

Pulp Fiction: Κομμάτι της pop κουλτούρας…


Αν το «Reservoir Dogs» είναι η πιο μεστή ταινία του Tarantino, τότε το «Pulp Fiction» είναι σίγουρα αυτή η ταινία μέσω της οποίας ο Tarantino κατάφερε να βρει τον δικό του ξεχωριστό χώρο σε αυτό που αποκαλείται pop κουλτούρα. Στην προκειμένη περίπτωση χάνει κανείς το μέτρημα  τις αναφορές του Tarantino σε άλλες αγαπημένες του ταινίες. Το «Pulp Fiction» μοιάζει με μια συρραφή, σκηνών και ευρημάτων που ναι μεν είναι οικείες στο κοινό, αλλά εισηγούνται από τον Tarantino με έναν ολότελα διαφορετικό τρόπο. Ίσως έτσι να συνοψίζαμε όλο το σύμπαν του Tarantino.  Κάτι που σίγουρα το έχουμε κάπου ξαναδεί, αλλά νιώθουμε ότι το βλέπουμε για πρώτη φορά.

Κάπως έτσι ο Kubrick συναντά το 8 ½ του Φελίνι. Ο Travolta αναβαπτίζεται κινηματογραφικά ως μια σαγηνευτική καρικατούρα του ίδιου του του παρελθόντος. Η Uma Thurman γίνεται κινηματογραφικό «σύμβολο» μαζί με την εμβληματική αφίσα της ταινίας. Και ο Tarantino φεύγει από τις Κάννες με έναν «επεισοδιακό» Χρυσό Φοίνικα- παράσημο για την καλλιτεχνική συνεισφορά του.

Πάντρεμα κινηματογραφικών ειδών στο Kill Bill

Βία, αίμα και εκδίκηση…


Η συνέχεια του Tarantino και οι μετέπειτα καλλιτεχνικές του επιλογές κρίνονται για πολλούς ως αμφιλεγόμενες. Το «Jackie Brown» έρχεται ως μια προσεκτική, ώριμη και ασφαλής συνέχεια της πρότερης φιλμογραφίας του. Το «Kill Bill» από την άλλη υπήρξε μια τομή για το σινεμά των 00s. Με αξιοθαύμαστη ελευθεριότητα ο Tarantino «χώρεσε» την αισθητική ασιατικών ταινιών, αμερικάνικων d-movies και western σε μια ταινία.  Κατόρθωσε έτσι κάτι μοναδικό: να καταστήσει τα «περιθωριακά» καλλιτεχνικά του υλικά σε mainstream σημεία αναφοράς για μια νέα γενιά σινεφίλ.

Το «Death Proof», ίσως η πιο υποτιμημένη ταινία του Tarantino, ακολουθεί την φορμά των grindhouse ταινιών της δεκαετίας του 70 και του 80, όμως ταυτόχρονα ο Tarantino αναπαράγει αυτή την «ξεχασμένη» φόρμα, ράβοντας πάνω της διαλόγους τέτοιας έντασης, οξυδέρκειας και ειρωνείας που συχνά κανείς απορεί πως γίνεται να δένουν τόσο εύσχημα με ένα σινεμά που πατάει σε ευτελή -για την «μέση» σινεφίλ αντίληψη- συστατικά.

Με λιγότερη επιτυχία, αλλά με ορισμένες αριστουργηματικές στιγμές, ο Tarantino θα δοκιμάσει εκ νέου αυτό το κινηματογραφικό σχέδιο στους «Άδωξους Μπάσταρδους». Εκεί όπου με «αυθάδεια» ξαναγράφει την ιστορία του Β΄ παγκοσμίου πολέμου, μην διστάζοντας να συνδυάσει στο διαστρεβλωμένο, «παράλληλο» ιστορικό του σύμπαν μουσικές του David Bowie, πιστολίδια και σκηνές βίας-κομψοτεχνήματα που μετατρέπουν την φθηνή splatterιά σε υψηλή τέχνη.

Κερτ Ράσελ και Σάμουελ Τζάκσον λίγο πριν το τελικό αιματοκύλισμα στους «Μισητούς 8»

Τα 2 western του Tarantino…


Στο «Django Unchained», μια ταινία για την οποία ο Tarantino κατηγορήθηκε ως και για φυλετικό ρατσισμό, το μεγάλο καλλιτεχνικό του παράσημο εντοπίζεται πάλι στην μοναδική του δυνατότητα να μετασχηματίζει κινηματογραφικά είδη σε κάτι νέο, σύγχρονο και πρωτοποριακό. Καμία ταινία δεν είναι απλός φόρος τιμής σε ένα είδος του παρελθόντος, αλλά μια καλλιτεχνική απόπειρα ανάπλασης αυτών των ειδών. Έτσι κι εδώ το «Django» συστήνεται ως ένα υβρίδιο western, μαύρης κωμωδίας και ανελέητου θρίλερ που αγγίζει τα όρια της αγωνίας και του σασπένς για να καταλήξει σε ένα σαρδόνιο, λυτρωτικό και εν τέλει παρά τις όποιες αιτιάσεις αντιρατσιστικό φινάλε.

Παρά το γεγονός ότι ο Tarantino δεν έχασε ποτέ το κοινό του, πολλοί θεώρησαν ότι το «αστέρι» του έχει σβήσει. Οι «Μισητοί Οχτώ» ήρθαν για να διαψεύσουν αυτές τις κριτικές. Η πιο πολιτικοποιημένη, σύνθετη και αιχμηρή πάνω στην ιστορία των ΗΠΑ ταινία του Tarantino ήταν φυσικό να διχάσει. Άλλωστε πλέον το καλλιτεχνικό εγχείρημα του δεν ήταν ανώδυνο, όπως είχε συνηθίσει την κινηματογραφική κοινότητα, αλλά βαθύ, τραχύ και πολύπλευρο. Στους «Μισητούς» ο Tarantino αποδεικνύει ότι δύναται σεναριακά και σκηνοθετικά να διαχειριστεί τις νόρμες του ψυχολογικού θρίλερ, τα ακανθώδη στοιχεία της μαύρης (συχνά πολιτικής) κωμωδίας, αλλά και τα αφηγηματικά και οπτικά μέσα μιας «καθαρής» ταινίας τρόμου. Στην πιο ώριμη στιγμή του, ο Tarantino παραδίδει την λιγότερο… «ταραντινική» του ταινία.

Αφίσα του ολοκαίνουργιου «Once Upon a time in Holywood»

«Once upon a time in Holywood»


Αφού ξεπέρασε τα προβλήματα παραγωγής λόγω του σκανδάλου Weinstein, ο Tarantino κατόρθωσε να ολοκληρώσει πρόσφατα την ένατη ταινία του. Το «Κάποτε στο Χόλιγουντ» φαίνεται να τα έχει όλα. Λίγο το λαμπερό καστ… Λίγο η ηδονοβλεπτική, στρεβλωμένη ματιά του απέναντι σε αληθινά πρόσωπα που σημάδεψαν την σύγχρονη ιστορία του σινεμά. Όλα αυτά αρκούσαν για να προκάλεσουν αίσθηση στην πρεμιέρα της ταινίας στις Κάννες. Όσο για τους υπόλοιπους ανυπόμονους η ταινία κυκλοφορεί στις ελληνικές αίθουσες από τις 22 Αυγούστου.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς