Όταν ο Τόλης Βοσκόπουλος έσωσε την καριέρα του Στράτου Διονυσίου

Ο Τόλης Βοσκόπουλος είχε πάρει τον Στράτο Διονυσίου από το χέρι, για να τον τραβήξει  πίσω στην κορυφή του λαϊκού τραγουδιού.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 και ενώ ο Στράτος Διονυσίου είχε βρει το δρόμο του στην κορυφή του καλλιτεχνικού στερεώματος, μια καταδίκη τον άφησε μόνο και αποξενωμένο. Ο Τόλης Βοσκόπουλος ανέλαβε τη μεγάλη επιστροφή.

Toν περασμένο Φλεβάρη, σε αφιέρωμα που έκανε το Mega στον Στράτο Διονυσίου, εμφανίστηκε ένα ανέκδοτο ντοκουμέντο που ενημέρωνε για τη φύση της σχέσης του εκ των κορυφαίων ερμηνευτών του λαϊκού τραγουδιού, με τον Τόλη Βοσκόπουλοo oποίος άφησε σήμερα την τελευταία του πνοή σε ηλικία 81 χρόνων. Σε αυτό ο Διονυσίου αναφερόταν στον Βοσκόπουλο ως ‘αδελφέ’.

Το γράμμα του Στράτου Διονυσίου στον Τόλη Βοσκόπουλο

Αγαπημένε μου φίλε ή καλύτερα αδελφέ, γιατί έτσι σε νιώθω και λέω σε νιώθω γιατί νομίζω ότι είσαι δίπλα μου. Δεν μπορώ ρε μεμέτη να συνειδητοποιήσω ότι έχεις φύγει και ας έχουν περάσει τόσα χρόνια.

Θυμάμαι και τι δεν θυμάμαι αλλά εκείνο που δεν θα ξεχάσω ποτέ είναι όταν σε άκουγα να τραγουδάς την ώρα που ετοιμαζόμουν να βγω στη σκηνή για να τραγουδήσουμε μαζί.

Λέγαμε και τι δεν λέγαμε.

Μαγικές στιγμές.

Και είναι σαν χθες. Πώς μπορώ λοιπόν να μην σε νιώθω δίπλα μου.

Ο αδερφός σου Τόλης Βοσκόπουλος”.

 

Οι 90 αυτές λέξεις αποτέλεσαν την αφορμή για να γίνει ένα ταξίδι πίσω στο χρόνο. Σταμάτησε στο λόγο που έκαναν οικογένεια τους δυο θρύλους του ελληνικού τραγουδιού. Ήταν αυτός.

Ο Βοσκόπουλος, πέρα από ερμηνευτής υπήρξε και συνθέτης. Τραγούδια του ερμήνευσαν από τη Δούκισσα και τη Μαρινέλλα, έως τον Αντώνη Ρέμο. Το ‘Αποκοιμήθηκα‘ ωστόσο, αφορούσε μια συνθήκη που όμοια της δεν θα βρείτε εύκολα στον κόσμο.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, o 35χρονος τότε Διονυσίου είχε μόλις καταφέρει να απολαύσει τους καρπούς μιας προσπάθειας που έκανε από τα τέλη της δεκαετίας του ’50 (όταν δούλευε και ως μικροπωλητής και ράφτης για να ζήσει) και τη μετακόμιση από Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, για να βρει τη θέση του στο καλλιτεχνικό στερέωμα.

Η Καίτη Γκρέυ του είχε δώσει την πρώτη ευκαιρία -σε μαγαζί της Κοκκινιάς-, το πρώτο δίσκο 45 στροφών, ακολούθησαν το συμβόλαιο με την Columbia, οι πολλές διασκευές γνωστών ασμάτων, η συνεργασία με τον Άκη Πάνου (για επιτυχίες όπως τις “Και τι δεν κάνω”, “Γιατί καλέ γειτόνισσα“, “Στο σταθμό του Μονάχου”, “Ήταν ψεύτικα”, “Μια γυναίκα”) και η εμφάνιση του, ως δεύτερο όνομα, στο νυχτερινό κέντρο ΣΟΥ-ΜΟΥ. Εκεί τον άκουσε ο Μίμης Πλέσσας το 1969 και λίγους μήνες μετά του έδωσε το “Βρέχει φωτιά στη στράτα μου”, σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου. Ακολούθησαν τα επίσης, αλήστου μνήμης “Ο παλιατζής”, “Αγάπη μου επικίνδυνη” και “Αφιλότιμη” και η συνεργασία με τη Χαρούλα Αλεξίου.

Οι πολλές δυσκολίες και αντιξοότητες που είχε αντιμετωπίσει από την εμφάνιση του στη γη (8/11/1935, στη Νιγρίτα Σερρών) έως τότε έδειχναν να αποτελούν μια ανάμνηση και η θέση του μεταξύ των καλύτερων ήταν πραγματικότητα, όταν μια μέρα η αστυνομία εισέβαλε στο σπίτι του. Στην έρευνα που ακολούθησε, δεν βρέθηκε κάτι το μεμπτό. Κατά την αποχώρηση των αστυνομικών, συνάντησαν τον Διονυσίου που επέστρεφε από βόλτα. Τον υποχρέωσαν να σταματήσει το αυτοκίνητο του και τον υπέβαλαν σε έλεγχο. Ομοίως και τους χώρους του οχήματος, στο οποίο βρήκαν μικρή ποσότητα χασίς, λαθραία τσιγάρα και ένα περίστροφο. Δίχως ερωτήσεις τον συνέλαβαν.

Στην κατάθεση του ο Διονυσίου επέμενε πως επρόκειτο για σκευωρία και ότι τον είχαν παγιδεύσει ανταγωνιστές. Είχε αναφέρει το όνομα ιδιοκτήτη νυχτερινού κέντρου στη Θεσσαλονίκη. Αποκαλύφθηκε πως το χασίς το είχε αγοράσει από θαμώνα-διακινητή ναρκωτικών του κέντρου στο οποίο εμφανιζόταν. Τουλάχιστον αυτό είχε δηλώσει ο συλληφθείς. Ο Διονυσίου είχε κριθεί προφυλακιστέος. Αργότερα αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση -την οποία οι πληροφορίες ήθελαν να έχει πληρώσει ο Βοσκόπουλος, ο οποίος είχε συνεργαστεί με τον Διονυσίου στο ‘Can-Can‘ και το ‘Σεραφίνο’, μεγάλα κέντρα της εποχής.

Στη δίκη αθωώθηκε για το όπλο και τα λαθραία τσιγάρα. Κρίθηκε ένοχος για λαθρεμπόριο ναρκωτικών και καταδικάστηκε σε τρία χρόνια φυλάκισης. Μετά την ανακοίνωση της απόφασης, η συντριπτική πλειοψηφία όσων ήταν δίπλα του και δήλωναν ‘ορκισμένοι φίλοι’ και συνεργάτες, εξαφανίστηκαν. Ο Θωμάς Μιχαηλίδης, ιδιοκτήτης των ‘Δειλινών’ ήταν μια εξαίρεση στον κανόνα. Μια άλλη ήταν ο Τόλης Βοσκόπουλος. Όταν ο Διονυσίου αποφυλακίστηκε (το 1976 επανεξετάστηκε η υπόθεση του και κρίθηκε αθώος -αλλά το στίγμα είχε μείνει), ο πρώτος (Μιχαηλίδης) τον είχε καλέσει να παρακολουθεί τις πρόβες και να ερμηνεύει τραγούδια, όπως προσπαθούσε να ξαναβρεί τον εαυτό του και να ανακτήσει τη θέση του στο χώρο.

Το πρώτο όνομα που είχε η μαρκίζα των ‘Δειλινών’ για το χειμώνα του 1977 ήταν αυτό του Βοσκόπουλου. Στα δεύτερα ήταν οι Ελπίδα, Πασχάλης και Γιώργος Πολυχρονιάδης. Κατόπιν του “ή έρχεται ο Διονυσίου ή φεύγω κι εγώ” του Βοσκόπουλου, προστέθηκε κι εκείνο του Στράτου Διονυσίου. Προηγουμένως, του εμπιστεύτηκε ένα τραγούδι που είχε γράψει (οι στίχοι ήταν του Μίμη Θειόπουλου). Ήταν μια μπαλάντα -ελαφρολαϊκή. Εκ πρώτου ακούσματος, δεν ταίριαζε στον Διονυσίου. Δεν ήταν του στιλ που είχε έως τότε.

Επηρεασμένος από τα σχετικά σχόλια που άκουγε ο Διονυσίου, αποφάσισε να κάνει πίσω. Στη συζήτηση που είχε με τον Βοσκόπουλο, τον άκουσε να του λέει πως ήταν ό,τι χρειαζόταν για τη μεγάλη επιστροφή. Πες, πες, τον έπεισε να το βάλει τελευταίο στο δίσκο που κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 1977. Έγινε αμέσως επιτυχία. Για την ακρίβεια, έγινε το μονοπάτι της μεγάλης επιστροφής του Διονυσίου που έγινε ο κυρίαρχος της δεκαετίας του ’80.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς