Οι «Φοίνισσες» του Ευριπίδη στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου με τον Χρήστο Χατζηπαναγιώτη

Η Δεύτερη καλοκαιρινή παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου είναι οι «Φοίνισσες» του Ευριπίδη, η εμβληματική τραγωδία με την οποία ο ποιητής μας παραδίδει μια ανατρεπτική εκδοχή του μύθου των Λαβδακιδών. Το έργο παρουσιάζεται σε μια σύγχρονη παράσταση μ΄ ένα ξεχωριστό επιτελείο ερμηνευτών και συντελεστών, έχοντας την υπογραφή του Γιάννη Μόσχου στην πρώτη του σκηνοθεσία στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου.

Οι «Φοίνισσες», διδάχτηκαν στα εν άστει Διονύσια μεταξύ του 411 και 408 π.Χ.. Στην ίδια τριλογία ανήκουν και οι τραγωδίες «Υψιπύλη» και «Αντιόπη». Ο Ευριπίδης μια πεντηκονταετία περίπου μετά τον Αισχύλο και τους Επτά επί Θήβας, δραματοποιεί τον μύθο του θηβαϊκού κύκλου που αναφέρεται στα τραγικά συμβάντα του οίκου των Λαβδακιδών και της έριδας για την εξουσία των Θηβών, για να συνθέσει ένα πολυπρόσωπο οικογενειακό και πολιτικό δράμα και να στρέψει το ενδιαφέρον σε αξίες όπως η δικαιοσύνη, η ισότητα και η ισοτιμία.

Ο συμμαχικός στρατός των Αργείων με επικεφαλής τον εξόριστο Πολυνείκη έχει παραταχθεί έξω από τις πύλες της Θήβας. Στο εσωτερικό, η Ιοκάστη, σε μια απέλπιδα προσπάθεια αποτροπής του κακού, καλεί τους δύο γιους της να λύσουν τη διαφορά με ειρηνικό τρόπο. Μετά τον χρησμό του μάντη Τειρεσία που αποκαλύπτει τη θεϊκή βουλή που επιβάλλει τη θυσία νεαρού βασιλικού γόνου για την επιτυχή έκβαση της μάχης για τους υπερασπιστές της Θήβας, ο ευσεβής Μενοικέας, γιος του Κρέοντα, πείθεται να θυσιαστεί για το καλό της πόλης.

Στο πεδίο της μάχης οι Θηβαίοι παίρνουν το προβάδισμα. Ετεοκλής και Πολυνείκης αποφασίζουν ο νικητής και κάτοχος του θρόνου να κριθεί από τη μεταξύ τους μονομαχία. Η κατάρα του Οιδίποδα για την αδελφοκτόνο μοίρα των γιών του επαληθεύεται και τα δύο αδέλφια σκοτώνονται ο ένας από το χέρι του άλλου. Το θέαμα των νεκρών γιων της ωθεί την Ιοκάστη στην αυτοκτονία, ενώ ο Οιδίποδας παίρνει τον δρόμο της εξορίας. Τη διακυβέρνηση της Θήβας αναλαμβάνει ο Κρέων.

Φοίνισσες

Ο σκηνοθέτης της παράστασης, Γιάννης Μόσχος, σημειώνει: «Ο Ευριπίδης επιλέγει στις Φοίνισσες έναν “εξωτικό” χορό, μια ομάδα γυναικών που μόλις ήρθαν από τη Φοινίκη, μακρινές συγγενείς υποτίθεται των Θηβαίων ηγεμόνων. Οι νεαρές γυναίκες, που στέλνονται από την πατρίδα τους ως δώρο στο ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς, έρχονται πρώτα στη Θήβα για να τιμήσουν τον κοινό προπάτορα Κάδμο, αλλά εγκλωβίζονται μέσα στα τείχη της πόλης από τον επικείμενο πόλεμο μεταξύ Ετεοκλή και Πολυνείκη για τη διεκδίκηση του θρόνου της Θήβας. Οι γυναίκες του Χορού, αν και ξένες στην πόλη, γνωρίζουν όλο το μυθολογικό παρελθόν των Λαβδακιδών και το ανακαλούν διαρκώς με κάθε λεπτομέρεια, προκαλώντας απορίες στον σύγχρονο θεατή, που δεν είναι εξοικειωμένος μ’ αυτή τη θεματολογία. Επιπλέον τα στάσιμα αναχαιτίζουν κάποιες φορές τη δράση του έργου, διακόπτουν την ατμόσφαιρα πολεμικής απειλής και αγωνίας, με κίνδυνο να λειτουργήσουν σαν απλά μουσικά “διαλείμματα”.

Ερωτήματα θέτει και το τελευταίο μέρος του έργου, όπως μας έχει παραδοθεί. Στο τέλος της τραγωδίας, ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης αλληλοσκοτώνονται και η αδελφή τους, Αντιγόνη, αρνείται να υπακούσει στην εντολή του νέου ηγεμόνα της Θήβας, Κρέοντα, να μείνει άταφος ο Πολυνείκης. Όμως η Αντιγόνη, ενώ διαβεβαιώνει ότι θα θάψει τον αδελφό της, την ίδια στιγμή φεύγει μαζί με τον τυφλό πατέρα της Οιδίποδα από τη Θήβα, ακολουθώντας τον στην εξορία του προς τον Κολωνό. Όπως επισημαίνουν πολλοί μελετητές, πρέπει να υπάρχει κάποια μεταγενέστερη νοθεία στους στίχους της εξόδου της τραγωδίας, αφού το έργο, στη μορφή που μας έχει παραδοθεί, προσπαθεί να συγκεράσει δύο λύσεις που είναι ασύμβατες μεταξύ τους. Ο σκηνοθέτης, λοιπόν, που καλείται να ανεβάσει σήμερα τις Φοίνισσες, έρχεται αντιμέτωπος με σημαντικά δραματουργικά προβλήματα.

Φοίνισσες

Κατά την αντίληψή μου, κάθε παράσταση ενός έργου του παρελθόντος οφείλει να επαναδιατυπώνει το έργο στο σήμερα, ώστε να επιτρέψει την άμεση επικοινωνία του με το σύγχρονο κοινό. Γι’ αυτό και προχώρησα σε κάποιες δραματουργικές παρεμβάσεις παίρνοντας αρκετές ελευθερίες στα χορικά και στο φινάλε του έργου, σε μια προσπάθεια να συνδεθεί ο Χορός πιο οργανικά με τη δράση των επεισοδίων και να δοθεί μια καθαρότερη λύση για το τέλος, ενώ έγιναν και κάποιες συμπτύξεις του κειμένου καθώς και λίγες μεταθέσεις στίχων, χάριν σκηνικής οικονομίας. Ακόμη, οι σκηνοθετικές επιλογές όρισαν και κάποιες άλλες αλλαγές: έτσι, ο πρόλογος αποδόθηκε πολυφωνικά από όλο τον θίασο, αντί της μονολογικής αφήγησης της Ιοκάστης, επιπλέον στη δική μας παραστασιακή εκδοχή του έργου προστέθηκε η παρουσία ενός βωβού προσώπου: της Σφίγγας, του μυθολογικού αυτού πλάσματος που αναφέρεται συχνά στο κείμενο αλλά δεν εμφανίζεται επί σκηνής. Ελπίζω πως οι δραματουργικές και σκηνοθετικές αυτές παρεμβάσεις λειτουργούν προς όφελος της πρόσληψης του έργου, την αποτελεσματικότητά τους θα την κρίνουν βέβαια οι θεατές της παράστασης.

Οι Φοίνισσες−αυτή η τραγωδία της διχόνοιας, της εμφύλιας διαμάχης− είναι, ήταν, και θα παραμείνουν−όπως φαίνεται−, επίκαιρες. Ένας κόσμος που μένει τυφλός απέναντι στην Ιστορία και αρνείται να μάθει από το παρελθόν, συνεχίζοντας τις καταστροφικές επιλογές του διχασμού. Παντού στον κόσμο οι λαοί μοιράζονται διαρκώς σε αντιμαχόμενα στρατόπεδα, μια τάση που πριμοδοτούν −διαχρονικά− οι περισσότεροι πολιτικοί, όλων των αποχρώσεων, χωρίς καμία διάθεση πραγματικής συνεννόησης και ουσιαστικού διαλόγου, καλώντας τους πολίτες να επιλέξουν στρατόπεδο, να διαλέξουν ανάμεσα σε “αυτούς” και σε “εμάς”. Ο Ευριπίδης στις Φοίνισσες βάζει έναν καθρέφτη απέναντί μας, ώστε να αναλογιστούμε την ευθύνη όλων μας για τη διαιώνιση αυτού του κλίματος διχασμού»

ethnos.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς