Ο απογαλακτισμός της ΕΚΤ

Σε εποχές κανονικότητας, η στρατηγική αναθεώρηση του στόχου της ΕΚΤ για τον πληθωρισμό θα μπορούσε να είναι και μια μικρή επανάσταση. Με τη σφραγίδα της Κριστίν Λαγκάρντ, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κάνει στροφή στον νομισματικό «κεϊνσιανισμό»: Αφήνει, για πρώτη φορά στην ιστορία της, τον πληθωρισμό να τρέξει πάνω από το 2% -έστω και σε «συμμετρική» βάση-, θέτει ως προτεραιότητα τη στήριξη της ανάπτυξης αντί της σταθερότητας των τιμών, και παίρνει αποστάσεις από τον γερμανικό «γύψο».

Στην πραγματικότητα, η ΕΚΤ έπειτα από 23 χρόνια απογαλακτίζεται από την κηδεμονία της Bundesbank, καθ’ εικόνα και ομοίωση της οποίας δημιουργήθηκε. Στην εποχή της μεγάλης πανδημίας όμως, της ακόμη πιο μεγάλης αβεβαιότητας, και της νέας εκδοχής του «whatever it takes» διά χειρός και διά των δημοσιονομικών πακέτων-μαμούθ του Τζο Μπάιντεν, ακόμη κι αυτή η ιστορική στροφή της ΕΚΤ μπορεί να θεωρείται συντηρητική. Κρίνεται με νέα, μη συμβατικά μέτρα, και ζυγίζεται ενίοτε και ως βήμα χαμηλής τόλμης. Οι Financial Times έγραψαν ότι το strategic review των τραπεζιτών της Φραγκφούρτης ήταν «το βήμα αποστασιοποίησης της ΕΚΤ από τη συντηρητική νομισματική πολιτική της Bundebsnak». Το χαρακτήρισαν όμως «βήμα μετριοπάθειας».

Το Bloomberg επίσης διέκρινε ατολμία σε σχέση με τη Fed: «Η ΕΚΤ», έγραψε, «με τον νέο στόχο για πληθωρισμό στο 2% κάνει μία κίνηση προς την κατεύθυνση της Fed, αλλά σταματά ένα βήμα πριν: Δεν δεσμεύεται, όπως η αμερικανική ομοσπονδιακή τράπεζα, ότι θα αφήσει την οικονομία ακόμη και να θερμανθεί έπειτα από περιόδους βαθιάς ύφεσης». Ακόμη κι έτσι, η απόφαση της ΕΚΤ ήταν «δώρο» για την Ελλάδα – για την ακρίβεια, ήταν το ένα «δώρο» της Λαγκάρντ προς την Ελλάδα και τον ευρωπαϊκό Νότο.

Η διεύρυνση του στόχου για τον πληθωρισμό σημαίνει, εκ των πραγμάτων, και διευρυμένη ευελιξία στη διατήρηση των μέτρων νομισματικής στήριξης. Και από αυτή την ευελιξία, σύμφωνα με την Unicredit, οι μεγάλοι ευνοημένοι θα είναι τα ομόλογα της ευρωπαϊκής περιφέρειας, για τα οποία προεξοφλείται ισχυρό ράλι στο δεύτερο εξάμηνο του 2021. Το δεύτερο «δώρο» ήταν η προαναγγελία Λαγκάρντ για νέο, «μεταβατικό» πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων μόλις λήξει το έκτακτο PEPP της πανδημίας, τον επόμενο Μάρτιο. Ήτοι, η Ελλάδα θα παραμείνει «ζωντανή» και επιλέξιμη για νομισματική στήριξη, παρότι δεν διαθέτει επενδυτική βαθμίδα και βρίσκεται εκτός της κλασικής ποσοτικής χαλάρωσης. Το ερώτημα είναι σε ποιο βαθμό η εξέλιξη της πανδημίας θα επιτρέψει τη μέγιστη δυνατή κεφαλαιοποίηση αυτών των δύο «δώρων» σε περιβάλλον ισχυρής ανάπτυξης. Το ερώτημα αγγίζει όλη την Ευρώπη, αλλά αφορά κυρίως τον πιο ευάλωτο, και υπερχρεωμένο, Νότο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς