Νίκος Δερεδάκης – Τα όπλα των Κρητικών στην επανάσταση του 1821

Η μεγάλη ελληνική επανάσταση του 1821 ήταν η πρώτη μεγάλη επανάσταση στην Ευρώπη, μετά τη γαλλική επανάσταση του 1789, που οδήγησε στη δημιουργία του πρώτου ελληνικού κράτους. Ήταν η επανάσταση που άνοιξε τον δρόμο και σε υπόλοιπα έθνη να αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους, ενώ ήταν αυτή που ξεκίνησε την αλλαγή του χάρτη στη νοτιοανατολική Μεσόγειο και στα Βαλκάνια, αφού το παράδειγμα των Ελλήνων ακολούθησαν και άλλες εθνότητες που βρίσκονταν υπό την κυριαρχία της ήδη παρακμάζουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Είναι χρήσιμο να σημειώσουμε ότι οι απλοί άνθρωποι, γεωργοί και κτηνοτρόφοι στην πλειοψηφία τους, χωρίς καμία στρατιωτική και πολεμική παιδεία, πήραν τα όπλα εναντίον ενός οργανωμένου στρατού, όπως ήταν αυτός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τα περίφημα τάγματα των Γενιτσάρων.

Στην Κρήτη, η επανάσταση του 1821, είχε αρκετά διαφορετικά χαρακτηριστικά από αυτά της ηπειρωτικής Ελλάδας. Στο νησί δεν υπήρχε ο θεσμός των κλεφτών και των αρματολών που τον συναντούμε στην υπόλοιπη χώρα και που αποτέλεσε τον πρώτο έμπειρο και ετοιμοπόλεμο ελληνικό στρατιωτικό πυρήνα.

Κρητικός επαναστάτης στα όρη (Αναπαράσταση)

Πρέπει να αναφέρουμε ότι τις παραμονές της επανάστασης του 1821 στην Κρήτη, στη Γενική επαναστατική Συνέλευση στην Παναγία τη Θυμιανή των Σφακίων καταμετρήθηκαν όλα κι όλα 1.200 τουφέκια, από τα οποία τα 800 ανήκαν στους σκληροτράχηλους Σφακιανούς και τα υπόλοιπα στους Ριζίτες της δυτικής, κυρίως Κρήτης, ενώ οι ανατολικές επαρχίες ήταν εντελώς άοπλες. Αυτό μπορεί να χαρακτηριστεί απόλυτα φυσιολογικό, αφού η οπλοφορία και η οπλοκατοχή στην Κρήτη ήταν αυστηρά απαγορευμένη και η ποινή στον Κρητικό που την παρέβαινε ήταν πολύ σκληρή. Το μόνο νόμιμο «όπλο» που μπορούσε να έχει στην κατοχή του ο Κρητικός ήταν η «σπαθόβεργα», μια καθαρά κρητική επινόηση, πού όπως περιγράφει και η ονομασία της, ήταν ένα ξύλινο σπαθί, που όμως αποδείχτηκε εξαιρετικά χρήσιμο και άκρως αποτελεσματικό στις πρώτες μάχες της επανάστασης.

Σπαθόβεργα

    Στη μάχη του Σκλαβόκαμπου στα Ανώγεια, στα τέλη Απριλίου του 1822, διακόσιοι Ανωγειανοί με μοναδικά όπλα «χουρχούδες» (χοντρά ραβδιά με βαρύ κεφάλι στην άκρη, «σπαθόβεργες» και «λουράτες σφεντόνες» κατατρόπωσαν ισάριθμους καλά οπλισμένους Τούρκους που έρχονταν από το Ηράκλειο.

    Δύο μήνες μετά την έναρξη της επανάστασης, τον Ιούλιο του 1821, οι Κρήτες δεν διέθεταν παραπάνω από 4.000 τουφέκια. Αυτά προέρχονταν είτε από αγορές του εξωτερικού, είτε, ως επί το πλείστον, από λαφυραγώγηση. Κάθε οπλισμένο σώμα Κρητικών το ακολουθούσε στη μάχη ένα πολυπληθέστερο «μπουλούκι» από άοπλους, που περίμενε το αποτέλεσμα της μάχης για να καταπέσουν στους σκοτωμένους Τούρκους και να αρπάξουν τον οπλισμό τους και ό,τι άλλο χρήσιμο και πολύτιμο διέθεταν.

    Η διάθεσή των λαφύρων ήταν ένα μεγάλο πρόβλημα και πονοκέφαλος για τους Κρήτες οπλαρχηγούς, αφού στις περισσότερες μάχες οι επαναστάτες δεν καταδίωκαν τους αντιπάλους τους, αλλά είχαν σαν πρώτο μέλημά τους τη λαφυραγώγηση. Σύνηθες ήταν το φαινόμενο της φιλονικίας ακόμα και των εμφύλιων σκοτωμών για ένα τουφέκι ανάμεσα στους Κρητικούς. Τα αρπαγμένα τούρκικα όπλα αποτελούσαν προϊόν μαύρης αγοράς ανάμεσα στους επαναστάτες, αφού ένα τουφέκι κόστιζε, ακόμα, και όσο ένα λιόφυτο με πενήντα ελαιόδεντρα. Γράφει χαρακτηριστικά ο Ιωάννης Μουρέλλος στην Ιστορία της Κρήτης: «Σε κάθε μικρό ένοπλο σώμα, γρήγορα εσχηματίζετο πίσω του σώμα αόπλων που τους ακολουθούσαν για ν’ αρπάσουν το τουφέκι κείνου που θα σκοτωνότανε από τους χριστιανούς ή κυνηγώντας τους Τούρκους με πέτρες ή σπαθόβεργες, να κατορθώνουν, με βέβαιο κίνδυνο της ζωής των να οπλίζονται. Τα άοπλα αυτά σώματα που ακολουθούσαν στην ουρά των ενόπλων, πολλές φορές ήταν τριπλάσια και τετραπλάσια σ’ αριθμό κι η μανία κι ο πόθος ν’ αποκτήσουν τουφέκι, ανάγκαζε πολλούς απ’ αυτούς να κακουργούν και να ληστεύουν και να κλέφτουν άνανδρα ένα οπλοφόρο την ώρα που εκοιμάτω ή ωδοιπορούσε μεμονωμένος. Πόσα παλικάρια δεν εχάθηκαν στη σκληρή και φρικτή αυτή ανάγκη  της προμήθειας ενός τουφεκιού, είτε από τούρκικα βόλια είτε και από χριστιανικά χέρια. Η ανάγκη της αρπαγής του αδερφικού τουφεκιού ήταν ο φοβερώτερος σύμμαχος των Τούρκων».

Η λαφυραγώγηση συνεχίστηκε ακόμα και όταν ήρθε ο αιγυπτιακός στρατός, τον Μάη του 1822, για να βοηθήσει τον Σουλτάνο στην κατάπνιξη της επανάστασης. Οι Αιγύπτιοι διέθεταν σύγχρονα όπλα, πολλές φορές διαφορετικού τύπου από αυτά των Οθωμανών, κυρίως στα αγχέμαχα (ξίφη, σπαθιά και μαχαίρια). Τέλη του Μάη του 1822 οι Κρήτες επαναστάτες διέθεταν περίπου 8-9 χιλιάδες τουφέκια. Από αυτά, τα 3 χιλιάδες είχαν αγοραστεί από το εξωτερικό, ενώ τα υπόλοιπα 5 χιλιάδες είχαν αρπαχτεί στις μάχες.

Η ανάγκη αυτή των Κρητών για λαφυραγώγηση προερχόταν από το γεγονός ότι η Διοίκηση της επαναστατημένης Κρήτης δεν διέθετε αρκετά χρήματα για την αγορά όπλων και πολεμοφοδίων. Και παρά τις εκκλήσεις των Κρητών προς τη Γενική Διοίκηση, τα όπλα και πολεμοφόδια που κατέφθασαν στο νησί ήταν ελάχιστα. Ξεχωρίζει η αποστολή 900 τουφεκιών από τον μεγάλο ευεργέτη Ιωάννη Βαρβάκη, 1.000 κόλλες χαρτί για την κατασκευή φυσεκιών και 460 «ανύχια» (πυριτόλιθοι), τον Μάη του 1821 από τις Σπέτσες και τον Ιούλιο του ίδιου έτους, μετά την κατάληψη του κάστρου της Μονεμβασιάς, απέστειλαν, όπως αναφέρει στη συνοπτική του Ιστορία ο Ζαχαρίας Πρακτικίδης, 751 οκάδες μπαρούτι, 76 μπάλες κανονιών, 2,5 οκάδες μολύβι, 70 τουφέκια, 5 χαρμπιά και 5.110 φυσέκια. Ελάχιστα, αν αναλογιστεί κανείς τις ανάγκες μιας δεκαετούς επανάστασης. Γι αυτόν τον λόγο αναγκάζονταν οι Κρήτες να χρησιμοποιούν τα ιερά βιβλία των εκκλησιών και των μοναστηριών για την παρασκευή φυσεκιών και το μολύβι, όπου το έβρισκαν, αφού το έλιωναν, για την κατασκευή βολίδων.

Αλλά και τα είδη της επιμελητείας ήταν πενιχρά για κάθε επαναστάτη. Όπως αναφέρει ο Μουρέλλος, «ο Κρητικός επαναστάτης, φεύγοντας για τη μάχη, έπαιρνε τη μικρή του βούργια πούχε το μπαρούτι και το μολύβι. Μέσα εκεί έβανε ένα φλασκί νερό, ένα “καύκαλο” παξιμάδι κρίθινης κουλούρας, λίγες ελιές και κάποτε, αν είχε, κι ένα κρεμμύδι… Ο,τι χορτάρι μπορούσε ν’ αρπάξει την ώρα της μάχης τόβανε στο στόμα του για να δαμάσει την πείνα του και τη δίψα του με το σάλιο που προκαλούσε». Και ο Κριτοβουλίδης, συνεχίζει: «δεν είχον άλλην τροφήν, ειμή τ’ άγρια χόρτα της γης, τα οποία έβραζον εις πάτους πίθων άνευ άλατος και ταύτα άνευ άρτου και ενίοτε τας βαλάνους (βελανίδια), ξηρά κεράτια (χαρούπια) και κοχλίας (σαλιγκάρια)… Επτά μόνον άρτους είχε φέρει εις τον στρατόν ο Σήφακας οίτινες διανέμοντο ως αντίδωρον…».

Κρητικός επαναστάτης με πλήρη πολεμική εξάρτυση (Αναπαράσταση)

Απ’ όλα τα παραπάνω μπορεί κανείς εύκολα να συμπεράνει ότι ο ατομικός οπλισμός του Κρητικού επαναστάτη δεν ήταν ομοιόμορφος, όπως στους σημερινούς τακτικούς στρατούς, αλλά ποίκιλλε, ανάλογα με τη λαφυραγωγία. Γενικά, όμως, ένας καλά οπλισμένος επαναστάτης και κυρίως οι επικεφαλής καπετάνιοι διέθεταν τον παρακάτω οπλισμό μαζί με τα παρελκόμενα.

Το Καριοφίλι

    Το θρυλικό καριοφίλι ήταν το πιο διαδεδομένο όπλο των αγωνιστών του 1821. Πρόκειται για ένα μακρύκαννο εμπροσθογεμές τουφέκι με λεία κάννη, ο αρχικός σχεδιασμός του οποίου έλκεται από τον 16ο αιώνα και το οποίο εξελίχθηκε ως τα τέλη του 18ου αιώνα. Η πυροδότηση γινόταν με πυριτόλιθο (τσακμακόπετρα). Στην Κρήτη αποκαλούσαν τον πυριτόλιθο «ανύχι». Ο πυριτόλιθος προκαλούσε σπινθήρα κατά την κρούση της σφύρας (κόκκορα) στον άκμονα (κάλυμμα σκάφης) του όπλου, ο οποίος άναβε την πυρίτιδα.

Ο πυροδοτικός μηχανισμός του καριοφιλιού (Λεπτομέρεια)

    Παράλληλα, μια άλλη μεγάλη καινοτομία υπήρξε η αντικατάσταση της χρήσης χύμα πυρίτιδας με τη χρήση προετοιμασμένων χάρτινων φυσιγγίων πυρίτιδας «φυσέκια» με ενσωματωμένη βολίδας (μπαρουτόβολα). Με τον τρόπο αυτό, αν και το καριοφίλι παρέμενε εμπροσθογεμές, η διαδικασία της γέμισης και πυροδότησης συντομεύθηκε σημαντικά. Ο πολεμιστής μπορούσε να ρίξει περίπου 2-3 τουφεκιές στο λεπτό.

    Το βεληνεκές του καριοφυλιού ήταν περίπου 150 μέτρα, αλλά στην πραγματικότητα ήταν αποτελεσματικό σε απόσταση 40-50 μέτρων. Το βεληνεκές του εξαρτάτο από διάφορους παράγοντες, με κυριότερο το μήκος της κάννης του. Η μακριά κάννη προσέδιδε στο πυροβόλο μεγαλύτερη ευθυβολία.

    Για την προέλευση της ονομασίας «καριοφίλι» υπάρχουν αρκετές εκδοχές, με επικρατέστερη, ότι πήρε το όνομά του από τη φίρμα «Carlo e Figli» (Κάρλο & Υιοί) που κατασκεύαζε τέτοια όπλα στη Βενετία.

    Τα περισσότερα καριοφίλια ήταν απλά με λιτή διακόσμηση και επένδυση από σίδερο ή μπρούντζο. Υπήρχαν, βέβαια και ορισμένα που έφεραν εξαίρετη διακόσμηση, συνήθως με σκαλισμένα φύλλα ασημιού (επάργυρα), και για τον λόγο αυτό ήταν ακριβά και αποτελούσαν έναν μικρό θησαυρό για τον κάτοχό τους ή για εκείνον που τα κέρδιζε ως λάφυρο.

Η πιστόλα

 

    Οι πιστόλες ήταν βραχύκανα, λειόκανα όπλα με μηχανισμό πυρόλιθου και ανάλογα με την προέλευσή τους, διακρίνονται σε ευρωπαϊκές, ανατολίτικες ή αρβανίτικες. Έμπαιναν στο «σελάχι», του πολεμιστή σε διαμορφωμένες θήκες. Υπήρχε μεγάλη ποικιλία στο σχεδιασμό της λαβής και στο στολισμό. Η χρήση τους προοριζόταν για τη στιγμή που αντίπαλος πλησίαζε αρκετά ώστε να μην απαιτείται ιδιαίτερη σκόπευση για την επιτυχή βολή εναντίον του. Ο μηχανισμός πυροδότησης ήταν ίδιος με εκείνων των τουφεκιών.

Η πάλα ή σπάθα

 

    Τις πάλες ή σπάθες τις κρεμούσαν οι αγωνιστές στην αριστερή πλευρά τους και αποτελούσαν το βασικό επιθετικό όπλο τους. Η καμπύλη που κάνει είναι ιδιαιτέρα έξυπνη καθώς κατανέμει σωστά το βάρος του όπλου, κάνοντας το ιδιαιτέρα εύχρηστο παρά το μεγάλο του μήκος. Το υλικό κατασκευής της λάμας είναι είτε ατσάλι είτε η «δαμασκηνή ατσάλινη πλέξη». Στην λαβή της βρίσκεται ο χαρακτηριστικός προφυλακτήρας σε σχήμα σταυρού ο οποίος δένει την λεπίδα με την λαβή. Η λαβή είναι σε σχήμα Γ δημιουργώντας μια «μπάλα» στο τελείωμα. Οι λαβές συνήθως ήταν κατασκευασμένες από κόκαλο ή κέρατο. Η θήκη της πάλας κατασκευαζόταν από ξύλο το οποίο απέξω ντυνόταν με μεταλλικά μέρη και δέρμα.

Το γιαταγάνι

    Ήταν οθωμανικού τύπου μεγάλο μαχαίρι, το οποίο τοποθετούσαν οι αγωνιστές στο σελάχι.  Το γιαταγάνι χρησιμοποιείτο κυρίως για γιουρούσια και γρήγορες επιθέσεις, λόγω του μικρού βάρους του και του μαζεμένου μεγέθους του σε σχέση με τις πάλες. Γενικά το γιαταγάνι ήταν πολύ διαδεδομένο, και υπήρχε σχεδόν σε όλους τους αγωνιστές σε σχέση με τις πάλες και άλλα αγχέμαχα που δεν τα κατείχαν όλοι.

    Το σχήμα του είναι σχεδόν επίπεδο, ενώ σε ορισμένα υπάρχει μια μικρή κλίση στο κέντρο της λάμας. Χαρακτηριστικό των περισσοτέρων γιαταγανιών είναι η λαβή που συνηθέστερα αποτελείται από δυο «αυτιά». Η λαβή των γιαταγανιών είναι αυτή που τα χωρίζει σε διάφορες κατηγορίες. Υπάρχουν τα κοκκάλινα και τα μεταλλικά. Τα κοκάλινα έχουν λαβή από κόκκαλο ή κέρατο ζώου, λευκό ή μαύρο. Τα μεταλλικά είναι κυρίως από ασήμι αλλά υπάρχουν και μπρούτζινα καθώς και χρυσά. Τα σχήματα στην λαβή τους διαφέρουν καθώς συναντιούνται διάφορα είδη λαβής. Οι θήκες από τα γιαταγάνια αποτελούνται από ξύλο το οποίο είναι ντυμένο με μέταλλο (μπρούτζο, χρυσό, ασήμι), δέρμα και βελούδο.

Μαχαίρια

    Μέσα στο σελάχι ο Κρητικός διέθετε ένα ή δύο μαχαίρια διάφορων τύπων. Συνήθως κρατούσε το παραδοσιακό κρητικό μαχαίρι, που λεγόταν και «πασαλής», αλλά μπορούσε να έχει και άλλο τύπο που, συνήθως, προερχόταν από την λαφυραγώγηση.

Οι παλάσκες

    Οι παλάσκες είναι μεταλλικές κυρίως θήκες, μέσα στις οποίες οι πολεμιστές τοποθετούσαν τα προετοιμασμένα φυσίγγιά τους, τα λεγόμενα «φυσέκια». Αποτέλεσαν ένα απαραίτητο εξάρτημα των αγωνιστών, επάνω στο οποίο είναι δυνατόν να συναντήσει κανείς εντυπωσιακά δείγματα της τέχνης της αργυροχρυσοχοΐας της εποχής. Πριν από τα έτοιμα φυσέκια οι αγωνιστές είχαν σε μεταλλικά, μικρά, δοχεία, που κρεμούσαν διαγώνια στο στήθος τους,  έτοιμη την κάθε δόση του μπαρουτιού μαζί με το βόλι.

Το μεδουλάρι

 

    Το μεδουλάρι ήταν μια μικρή μεταλλική θήκη στην οποία φυλασσόταν το «μεδούλι» δηλαδή το λίπος που χρησιμοποιούσαν οι αγωνιστές της εποχής για τη λίπανση και συντήρηση των όπλων τους. Παρουσίαζε μεγάλη ποικιλία σχημάτων και διακόσμου. Κρεμόταν από μια λεπτή αλυσίδα στη μέση του αγωνιστή, στερεωμένο στο σελάχι ή το ζωνάρι, συνήθως στην αριστερή πλευρά.

Το σελάχι

    Το σελάχι ήταν ανδρική ζώνη φτιαγμένη είτε από δέρμα, είτε από χοντρό χαρτόνι ντυμένο με πανί και το χρησιμοποιούσαν ως οπλοθήκη για μπιστόλες, μαχαίρια  και γιαταγάνια. Φοριόταν μαζί με τις ενδυμασίες στη μέση και το συγκρατούσε μια πλατιά δερμάτινη ζώνη η οποία δενόταν πίσω στη μέση.

Το χαρμπί

 

    Το χαρμπί ήταν ο οβελός που χρησιμοποιούσαν την εποχή εκείνη οι χειριστές των εμποροσθογεμών πιστολιών για τη διαδικασία γέμισης και προετοιμασίας του όπλου για βολή. Για τα τουφέκια υπήρχε η μακρύτερη «τουφεκόβεργα» που ήταν τοποθετημένη σε ειδική θέση κάτω και παράλληλα από την κάνη του όπλου. Το χαρμπί είχε πολλές χρήσεις. Εντός της θήκης του χρησίμευε για τη γέμιση των όπλων. Βγάζοντάς το από τη θήκη του, αποκαλυπτόταν ένα πολύ αιχμηρό στέλεχος που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να καταφέρει θανατηφόρα πλήγματα στον αντίπαλο σε μάχη σώμα με σώμα. Ήταν κοφτερό και μυτερό και στρογγυλεμένο απ’ όλες τις πλευρές. Υπήρχαν και παραλλαγές με διχαλωτή άκρη που χρησίμευε ακόμα και ως πηρούνι. Με τη διχάλα αυτή έπιαναν ακόμα και το κάρβουνο απ’ το τσιμπούκι τους.

Σημείωση: Όλα τα όπλα και τα παρελκόμενά τους που εμφανίζονται στις φωτογραφίες του κ. Γιώργου Κατάκη προέρχονται από την Ιδιωτική Συλλογή του κ. Νεκτάριου Καλλιγιάννη. Τεχνικές συμβουλές για τον οπλισμό μου παρείχε ο κ. Ευτύχης Τζιρτζιλάκης. Τους ευχαριστώ θερμά όλους.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Δερεδάκης Νίκος, Η προετοιμασία και η έναρξη της επανάστασης του 1821 στην Κρήτη, εφ. Ρέθεμνος, 20/3/2021.
  • Ζαμπελίου & Κριτοβουλίδη, Ιστορία των επαναστάσεων της Κρήτης, Αθήναι, 1971.
  • Μνημεία Κρητικών Επαναστάσεων, Επανάστασις 1821-1830, τ. 1ος 1821-1822, Ιστορική Λαογραφική και Αρχαιολογική Εταιρεία Κρήτης, Αθήναι, 1977.
  • Μουρέλλος Δ. Ιωάννης, Ιστορία της Κρήτης, Ηράκλειον 1931.
  • Παπαδοπετράκης Γρηγόριος, Ιστορία των Σφακίων, Αθήναι 1971.
  • Ψιλάκης Βασίλειος, Ιστορία της Κρήτης, Τ. Γ’, Μινώταυρος, Αθήνα, χ.χ.
  • ΓΕΕΘΑ, 200 χρόνια μετά την επανάσταση, Όπλα και εξάρτυση του ’21, geetha.mil.gr.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς