Μέσα στο κλίμα του ανασχηματισμού και της έμμεσης ομολογίας αποτυχίας της στο μέτωπο των φονικών πυρκαγιών αλλά και της διαχείρισης της πανδημίας, η κυβέρνηση Μητσοτάκη έδειξε πως υπάρχει ένας τομέας όπου… όλα λειτουργούν ρολόι, χωρίς να χρειάζεται να αλλάξει το παραμικρό. Αυτός δεν είναι άλλος από την αντεργατική πολιτική της.

Καταθέτοντας προς ψήφιση το πινοσετικού τύπου ασφαλιστικό έκτρωμα, που καθιερώνει τον ασφαλιστικό τζόγο στις επικουρικές συντάξεις, δεν είχε υπαναχωρήσει καθόλου (όπως ισχυρίζονταν κάποιοι) από τους στόχους της. Απλώς ανέβαλε, λόγω των θερινών δικοπών, την ψήφισή του. Υπαναχώρηση χωρίς ισχυρές εργατικές αντιστάσεις -και όχι απλό περίπατο στη Βουλή την ημερα της ψήφισης- δεν είναι δυνατόν να υπάρξει. Αλλωστε, δεν είναι και μεγάλη η απόσταση από τη «νοητή κεφαλαιοποίηση», που ίσχυε επί ΣΥΡΙΖΑ, στην πλήρη και κανονική κεφαλαιοποίηση της επικουρικής ασφάλισης ,που εφαρμόζει η σημερινή κυβέρνηση.

Ολο αυτό το διάστημα, ο Χατζηδάκης και ο Τσακλόγλου έχουν εξαπολύσει ολόκληρη διαφημιστική εκστρατεία, με αποδέκτη κυρίως τη νέα γενιά, στην οποία προπαγανδίζουν τα «καλά και συμφέροντα» του νέου κεφαλαιοποιητικού συστήματος, λειτουργώντας σαν πλασιέδες των ασφαλιστικών εταιριών. Με πρόσχημα τη «γήρανση του πληθυσμού», που απειλεί τη βιωσιμότητα των ασφαλιστικών ταμείων, επειδή οι συνταξιούχοι «ζούνε περισσότερα χρόνια», χωρίς να υπάρχει ανάλογη αύξηση του αριθμού των ασφαλισμένων, εισάγουν την πλήρως κεφαλαιοποιητική λειτουργία της επικουρικής ασφάλισης

Τα πράγματα είναι απλά. Οπως είχαμε γράψει και στο προηγούμενο δημοσίευμα, λόγω της οικονομικής στενότητας οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρίες δεν μπορούν να κερδοσκοπήσουν με τα ατομικά ιδιωτικά ασφαλιστήρια (ο κόσμος δεν έχει λεφτά και η πελατεία είναι εξαιρετικά περιορισμένη). Γι’ αυτό η κυβέρνηση, καθιερώνει με τη νέα χρονιά υποχρεωτικά το κεφαλαιοποιητικό σύστημα στις επικουρικές συντάξεις για τους νεοεισερχόμενους στη δουλειά και προαιρετικα για τους κάτω των 35 ετών ασφαλισμένους, μέσω του περιβόητου «ατομικού κουμπαρά», στον οποίο θα πηγαίνουν οι εισφορές και βέβαια θα τον διαχειρίζονται οι εταιρίες (μαζί με τον νεοδημιουργηθέντα κρατικό ΤΕΚΑ, που θα παίζει το συντονιστικό ρόλο). Από εκεί οι εισφορές θα τζογάρονται κανονικά σε ομόλογα, μετοχές, και «ασφαλιστικά προϊόντα» (πάντα για το… καλό της «ανάπτυξης»). Οι ασφαλισμένοι θα βλέπουν στην εφαρμογή του κινητού τους την πορεία και τις «αποδόσεις» των εισφορών τους, που πλέον θα αποτελούν περιουσιακά στοιχεία των εταιριών. Και επειδή στην πλειοψηφία τους είναι προφανώς… ανίδεοι από τοποθετήσεις κεφαλαίων, οι υπεύθυνοι από τα ταμεία θα τους παροτρύνουν να επιλέγουν τις επενδύσεις υψηλού ρίσκου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Οσο και αν σήμερα διατείνονται το αντίθετο, όταν «περπατήσει» το κεφαλαιοποιητικό σύστημα στις επικουρικές, θα επιχειρήσουν, παρουσιάζοντάς το σαν επιτυχία, να το εφαρμόσουν και στις κύριες συντάξεις. Αυτό είχε αφήσει να εννοηθεί τον Σεπτέμβρη του 2019 ο τότε υφυπουργός Εργασίας Νότης Μηταράκης, σε άρθρο του με τίτλο «Μεγάλη τομή στο ασφαλιστικό η κεφαλαιοποίηση στην επικουρική».

Το σύστημα των επικουρικών συντάξεων, λοιπόν, θα είναι τυπικά δημόσιο (το νέο Ταμείο θα είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου), όμως στην ουσία θα λειτουργεί με τον τρόπο των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιριών. Οσο για τους σημερινούς συνταξιούχους, ο Τσακλόγλου μας διαβεβαιώνει -και πρέπει να τον… πιστέψουμε σίγουρα- ότι δε θα θιχτούν οι επικουρικές συντάξεις τους με το νέο κεφαλαιοποιητικό σύστημα, αφού αυτό θα αφορά τους νεότερους, κάτω των 35 ετών. Μα αφού -σύμφωνα με τα λεγόμενά τους πάντα- θα σταματήσουν οι εισφορές των νεοεισερχόμενων στη δουλειά και των κάτω των 35 ετών εργαζόμενων να «χρηματοδοτούν» τις σημερινές επικουρικές και θα πηγαίνουν στον… κουμπαρά και στον αφαλιστικό τζόγο, πού θα βρεθούν οι πόροι για να καλύψουν το κενό; Πώς θα συνεχίζουν να παίρνουν οι συνταξιούχοι κανονικά τις επικουρικές συντάξεις τους και πώς θα τις πάρουν στο μέλλον οι άνω των 35 ετών εργαζόμενοι, για τους οποίους θα ισχύει το παλιό σύστημα, καθώς και οι κάτω των 35 που δε θα επιλέξουν το καινούργιο;

Οπως διαβεβαιώνει ο Τσακλόγλου, αυτό θα γίνεται από ειδικό λογαριασμό και από τον τακτικό προϋπολογισμό. Από τη στιγμή, όμως, που περίπου 60 δισ. θα αφαιρεθούν από το παλιό διανεμητικό σύστημα, το κράτος θα αναγκαστεί να κάνει άγριο πετσόκομμα, επιβολή φορολογίας και άλλων αντιλαϊκών μέτρων. Και αυτο προμηνύει, όπως έχουμε αναφέρει, πλήρη κατάργηση της επικουρικής σύνταξης στο μέλλον. Αν ίσχυαν, άλλωστε, οι κάλπικες διαβεβαιώσεις τους, δε θα έκαναν τόσο θόρυβο για την ανάγκη εξοικονόμησης πόρων για τα Ταμεία, λόγω της «γήρανσης», αλλά θα ενίσχυαν τα Ταμεία ώστε να καταβάλλονται οι συντάξεις κανονικά.

Ο ίδιος ο Τσακλόγλου, όπως είχαμε αναφέρει, παραδεχόταν πως «αυτές οι επενδύσεις, έχουν μεγαλύτερο ποσοστό κινδύνου για τους νεότερους ασφαλισμένους, ενώ το ρίσκο είναι μικρότερο για όσους είναι πιο κοντά στη συνταξιοδότηση». Ομως, όση «εγγύηση» υπάρχει για τους ασφαλισμένους του παλιού διανεμητικού συστήματος, άλλη τόση υπάρχει και γι’ αυτούς που θα ακολουθήσουν το κεφαλαιοποιητικό σύστημα, καθώς οι ιδιωτικές εταιρίες, αν δεν έχουν τις επιθυμητές αποδόσεις (πράγμα καθόλου σπάνιο…), δε θα καταβάλλουν αυτά που πρέπει στον «κουμπαρά». Ετσι, θα κληθεί να καλύψει τις «τρύπες» το κράτος, επιβάλλοντας μειώσεις ασφαλιστικών εισφορών, αύξηση φορολογίας κλπ. Ποιον πρέπει να πιστέψουν οι νεοεισερχόμενοι για το μέλλον των εισφορών τους; Τον Χατζηδάκη και τον Τσακλόγλου; Ή μήπως την… κυβέρνηση που θα υπάρχει μετά από 40 χρόνια, όταν θα βγουν στη σύνταξη;

Στη χτεσινή συζήτηση στη Βουλή, ο Τσακλόγλου αναφέρθηκε πάλι -μόνο ονομαστικά- σε χώρες όπως η Δανία, η Ολλανδία και βέβαια η Σουηδία, για να στηρίξει την επιτυχία του κεφαλαιοποιητικού συστήματος κατά την τελευταία εικοσαετία. Ακόμα όμως και αν δεχόμασταν πως όσα ισχυρίζεται είναι αληθινά και πως ό,τι συμβαίνει στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες της Ευρώπης είναι σωστό, πάλι δεν μπαίνει στον κόπο να αναφερθεί ούτε στο επίπεδο της ανεργίας, που δεν είναι το ίδιο με την Ελλάδα, ούτε στο ύψος των μισθών και των ασφαλιστικών εισφορών.

Με τη φόρα που είχε πάρει δεν σταμάτησε εκεί: «Σε πολλές χώρες τα αποθεματικά των κεφαλαιοποιητικών συνταξιοδοτικών ταμείων ξεπερνούν το 100% του ΑΕΠ και σε ορισμένες 200%. Σε όλες σχεδόν τις χώρες του ΟΟΣΑ τα κεφαλαιοποιητικά συνταξιοδοτικά ταμεία γνώρισαν μεγάλη ανάπτυξη τις τελευταίες δεκαετίες». Θα γινόμασταν υπερβολικοί και… κακόβουλοι, αν ζητούσαμε από έναν… καθηγητή κύρους όπως ο Π. Τσακλόγλου να μας αναφέρει ποιες είναι αυτές οι χώρες που απέκτησαν τέτοια πλεονάσματα με το κεφαλαιοποιητικό σύστημα; Πολύ περισσότερο, βέβαια, να μας παραπέμψει σε αντίστοιχες πηγές των χωρών αυτών ή σε εκθέσεις του ΟΟΣΑ, για να στηρίξει του λόγου το αληθές;

Αυτό που τους ενδιαφέρει, όπως είχαμε δείξει και στο προηγούμενο δημοσίευμά μας, είναι ο εύκολος εντυπωσιασμός. Πάντως, όσον αφορά τη Σουηδία, όπως διαβάζουμε σε κείμενο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα κοινωνικοασφαλιστικά δικαιώματα σ’ αυτή τη χώρα, η συνταξιοδοτική εισφορά υπό κεφαλαιοποιητικό καθεστώς, όπως το περιγράφει ο Τσακλόγλου, αντιστοιχεί προς το παρόν μόνο στο 2,5% των εισοδημάτων που θεμελιώνουν δικαίωμα στη σύνταξη!

Ο Χατζηδάκης και ο Τσακλόγλου ενοχλούνται με τον χαρακτηρισμό ως «πινοσετικού» του κεφαλαιοποιητικού συστήματος που θέλουν να εφαρμόσουν, κάνοντας λόγο για «συκοφαντίες της αντιπολίτευσης», διότι τάχα στο δικό τους σύστημα τον πρώτο λόγο έχει ο δημόσιος φορέας, μέσω του νεοδημιοπυργηθέντος ΤΕΚΑ. Για άλλη μια φορά θα τους προτρέψουμε να ζητήσουν τα ρέστα από την… αντιπολίτευση του 2018, δηλαδή τη Νέα Δημοκρατία, που διά στόματος του τότε κοινοβουλευτικού της εκπροσώπου Κ. Καραγκούνη δήλωνε πως ο πρώτος που εφάρμοσε το κεφαλαιοποιητικό σύστημα του προσωπικού κουμπαρά, που ήταν το πιο επιτυχημένο παγκοσμίως, ήταν ο δικτάτορας Πινοσέτ στη Χιλή. Ισχύει στην Ευρώπη, ισχύει και στην Αμερική» (7 Σεπτέμβρη του 2018, λίγους μήνες μετά το ξέσπασμα των μαχητικών διαδηλώσεων στη Χιλή ενάντια στις συνέπειες του πινοσετικού κεφαλαιοποιητικού συστήματος, του λεγόμενου AFP, το οποίο κατέρρευσε μεν το 2008, όμως αρκετές συνέπειες παρέμεναν ακόμα).

Μεγάλη μάζα του λαού εξακολουθούσε να παίρνει συντάξεις πείνας των 150 δολαρίων το μήνα (η υψηλότερη ήταν 450 δολάρια) και συνέχεια το κράτος προσπαθούσε να καλύψει τις τρύπες. Οι εργαζόμενοι έφτασαν να δίνουν το 10% του μισθού τους, το οποίο έμπαινε αυτόματα σε τράπεζες, μεταλλεία και άλλες εταιρίες, με αντάλλαγμα «ανταποδοτικές» συντάξεις πείνας. Οι συνταξιούχοι δεν μπορούσαν να αυτοσυντηρηθούν και κατέφευγαν είτε στη βοήθεια των άλλων μελών της οικογένειάς τους ή στην επαιτεία. Oταν το 1981 πρωτοεφαρμόστηκε ο «ατομικός κουμπαράς», επί στρατιωτικοφασιστικής χούντας, υπόσχονταν ότι οι αναπληρώσεις των συντάξεων θα φτάσουν το 75% με 80% του μισθού!

Αναλογιστικές απάτες

Επειδή δεν αρκούν οι γενικόλογες και βαρύγδουπες αναφορές των Χατζηδάκη – Τσακλόγλου στις άλλες χώρες, προκειμένου να προσδώσουν επιστημονικοφάνεια στο νέο ασφαλιστικό έκτρωμα, κατέφυγαν στην αναλογιστική μελέτη του ΙΟΒΕ (του ινστιτούτου των καπιταλιστών του ΣΕΒ!). Εδώ αξίζει να ανοίξουμε μία παρένθεση, σχετικά με την αξιοπιστία των αναλογιστικών μελετών που παραγγέλνουν οι αστικές κυβερνήσεις.

Είναι γνωστό ότι οι κυβερνήσεις, όλα αυτά τα χρόνια, για να αποδείξουν τους κινδύνους για τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος εξαιτίας της «γήρανσης του πληθυσμού», και την ανάγκη για αντιασφαλιστικές μεταρρυθμίσεις, όπως η αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης και η μείωση των ασφαλιστικών παροχών, παρήγγειλλαν αναλογιστικές μελέτες. Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των μελετών είναι ότι στερούνται επιστημονικής βάσης, καθώς γίνονται κατά παραγγελία, με μοναδικό σκοπό να «τεκμηριώσουν» το προκαθορισμένο συμπέρασμα που θέλει αυτός που ανέθεσε την έρευνα. Με δυο λόγια (όσο πιο… ευγενικά μπορούμε), αν η πραγματικότητα δεν συμφωνεί με τις απόψεις τους, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα! Το ίδιο φυσικά ίσχυε και για τις αναλογιστικές μελέτες της ΓΣΕΕ, ακόμα και αν εμφανίζονταν σαν… φιλεργατικές, αφού παρουσίαζαν τον αριθμό των ασφαλισμένων διαφορετικό από τον πραγματικό στη σχέση ασφαλισμένοι προς συνταξιούχους. Λες και το θέμα ήταν οι εργάτες να υποστηρίξουν τη «βιωσιμότητα» του ασφαλιστικού συστήματος, αποδεχόμενοι την κυρίαρχη λογική, και όχι να διεκδικήσουν αυτό που τους ανήκει ως μοναδικοί παραγωγοί του κοινωνικού πλούτου (και τα κλεμμένα, αφού ήταν οι μόνοι που δεν έφταιγαν).

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2001 το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, στηρίζοντας απροκάλυπτα την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και το νόμο Ρέππα, έφτιαξε μία αναλογιστική μελέτη, που «αποδείκνυε» ότι κρατική χρηματοδότηση ίση με 1% του ΑΕΠ ετησίως είναι επαρκέστατη για να μην έχει το ΙΚΑ πρόβλημα μέχρι το 2032. Τέσσερα χρόνια αργότερα, η ίδια ΓΣΕΕ, σε νέα «αναλογιστική» μελέτη, κατέληγε στο συμπέρασμα ότι το 1% του ΑΕΠ δεν φτάνει και πρέπει να γίνει 2,4%! Ποια δεδομένα είχαν αλλάξει αυτά τα χρόνια; Κανένα. Το μόνο που είχε αλλάξει ήταν η κυβέρνηση! Είχε έρθει η ΝΔ και η ΓΣΕΕ, που πρωτύτερα είχε στηρίξει το νόμο του ΠΑΣΟΚ, ήθελε να ασκήσει αντιπολιτευτική τακτική. Και οι δύο αναλογιστικές μελέτες εξυπηρέτησαν διαφορετικές πολιτικές σκοπιμότητες.

Το «περίεργο» ήταν ότι η κυβέρνηση της ΝΔ, διά στόματος του τότε υπουργού Εργασίας Πάνου Παναγιωτόπουλου, όχι μόνο δεν άσκησε κριτική στην ανακολουθία της ΓΣΕΕ σε σχέση με το 2001, αλλά αντίθετα χαιρέτισε την πρότασή της και δήλωνε πως «η κυβέρνηση είναι έτοιμη να προσέλθει στο διάλογο για το ασφαλιστικό». Τους αρκούσε το γεγονός ότι οι εργατοπατέρες της ΓΣΕΕ, με τις αναλογιστικές μελέτες της πλάκας που συνέτασσαν, συμμετείχαν κανονικά στο «διάλογο για την ασφάλιση» και αντιμετώπιζαν το ζήτημα με βάση το «τι αντέχει η οικονομία» και όχι με ανεξάρτητες ταξικές διεκδικήσεις, ενώ παράλληλα ισχυρίζονταν ανοιχτά, ότι μέσω αυτής της χρηματοδότησης δεν χρειάζεται πλέον να διεκδικηθούν τα κλεμμένα αποθεματικά του ΙΚΑ από τους εργαζόμενους.

Αν αυτή ήταν η ποιότητα των αναλογιστικών μελετών που συνέτασσαν οι… εκπρόσωποι των εργατών και η αντιμετώπισή τους από τις αστικές κυβερνήσεις ανάλογα με τις πολτικές σκοπιμότητες, γιατί να αποτελεί εξαίρεση η σημερινή μελέτη του ΙΟΒΕ, των καπιταλιστών του ΣΕΒ δηλαδή, για το νέο κεφαλαιοποιητικό σύστημα, που ο Τσακλόγλου και ο Χατζηδάκης την έχουν κάνει σημαία στις ομιλίες τους;

Η εν λόγω μελέτη, εντελώς αυθαίρετα, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μετά από 40 χρόνια θα έχουν συσσωρευτεί από το κεφαλαιοποιητικό σύστημα 90 δισ. ευρώ. Και αυτό, όπως κάνουν όλες οι μελέτες αυτού του είδους, χωρίς να λάβει υπόψη της ποια μπορεί να είναι η πραγματική οικονομική κατάσταση όλα αυτά τα χρόνια, ποιο θα είναι το πραγματικό ποσοστό της ανεργίας, και συνολικά και κατά κλάδο, καθώς και το χρονικό διάστημα που θα μένουν οι ασφαλισμένοι χωρίς δουλειά. Ενδεικτικά μόνο, λέει ότι παίρνει σαν βάση την ανεργία του 2018 και την μοιράζει κατά ένα μήνα τον χρόνο για κάθε εργαζόμενο μέσα στα επόμενα σαράντα χρόνια!

Στη σελίδα 23 της μελέτης του ΙΟΒΕ υπάρχει υποσημείωση 4, που αναφέρει χαρακτηριστικά: «Στην πραγματικότητα, οι εγχώριες αυτές επενδύσεις αναμένεται να γίνουν από ιδιωτικούς φορείς και όχι από το Δημόσιο (σ.σ. επειδή στο υπόδειγμα υπήρχε υποθετική αναφορά και σε αρκετές δημόσιες επενδύσεις). Το υπόδειγμα περιλαμβάνει μεν μεταβλητή για τις ιδιωτικές επενδύσεις, εντούτοις, στο πλαίσιο του υποδείγματος, οι ιδιωτικές αυτές επενδύσεις καθορίζονται ενδογενώς, ως αποτέλεσμα της βελτιστοποιητικής συμπεριφοράς των οικονομικών μονάδων». Αυτό αποτελεί απάντηση στον Τσακλόγλου που ισχυρίζεται ότι τον πρώτο λόγο θα έχει το Δημόσιο…

Οσον αφορά τώρα τους νεοεισερχόμενους στη δουλειά από 1.1.2022, αλλά και τους κάτω των 35 ετών που θα επιλέξουν το καινούργιο σύστημα, πώς είναι σίγουροι οι κυβερνώντες ότι οι ασφαλιστικές επενδύσεις με τα χρήματα του ατομικού λογαριασμού θα αποδίδουν τόσο πολύ, ώστε μετά από 25 ή 30 χρόνια οι επιικουρικές να είναι αρκετά μεγαλύτερες από τις σημερινές; Η οικονομική κρίση και η κατάρρευση ολόκληρων ασφαλιστικών κολοσσών (π.χ. στις ΗΠΑ, πριν από μια δεκαετία, αλλά και στην Ελλάδα με το παράδειγμα της ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ) είναι έξω από την προβληματική και της κυβέρνησης και της αναλογιστικής μελέτης του ΙΟΒΕ. Ο ίδιος ο Τσακλόγλου, όπως είχαμε αναφέρει, παραδεχόταν πως «αυτές οι επενδύσεις, έχουν μεγαλύτερο ποσοστό κινδύνου για τους νεότερους ασφαλισμένους, ενώ το ρίσκο είναι μικρότερο για όσους είναι πιο κοντά στη συνταξιοδότηση».

Θέλουν να δημιουργήσουν, λέει, αντικίνητρα στη «μαύρη» εργασία, και να… αναπτύξουν την ασφαλιστική συνείδηση των νέων, μέσω του κεφαλαιοποιητικού συστήματος. Τι είδους ασφαλιστική συνείδηση είναι αυτή, όμως, που δεν θεωρεί την κοινωνική ασφάλιση (την επικουρική εν προκειμένω) έμμεσο κοινωνικό μισθό, αλλά προϊόν επενδύσεων σε ασφαλιστικά προϊόντα και μετοχές; Πώς θα μας φαινόταν, αν για παράδειγμα το κράτος δέσμευε αναγκαστικά ένα μέρος του κανονικού μισθού σε κάποιον «κουμπαρά» και τον επένδυε σε ασφαλιστικά προϊόντα και επιχειρήσεις (όπως είδαμε να γίνεται στη Χιλή);

Από την άλλη, αντιμετωπίζεται η ανασφάλιστη εργασία σαν να είναι «ελεύθερη» επιλογή του εργαζόμενου, για την οποία δεν ευθύνεται καθόλου η ανεργία και οι εκβιασμοί των καπιταλιστών-εργοδοτών, που είτε δεν δηλώνουν καθόλου ή δηλώνουν μόνο λίγες ώρες εργασίας σε σχέση με τις πραγματικές, αλλά και με τους σχεδόν ανύπαρκτους ελέγχους από τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες. Ολα αυτά είναι η αιτία της απαισιόδοξης στάσης πολλών νέων εργαζόμενων, όταν λένε «δεν θα καταφέρω να πάρω ποτέ σύνταξη», ανεξάρτητα από το κατά πόσο έχουν συνειδητοποιήσει τα αίτια αυτής της κατάστασης.

Ο Χατζηδάκης, όμως, αντιστρέφοντας προκλητικά την πραγματικότητα, διατείνεται πως η «μαύρη» εργασία δεν επιβάλλεται στους νέους, αλλά επιλέγεται απ’ αυτούς επειδή δεν είναι καλό το ισχύον ασφαλιστικό σύστημα. Και πως μόλις θεσμοθετηθεί ο ατομικός «κουμπαράς» και το τζογάρισμά του, οι νέοι θα αποκτήσουν ασφαλιστική συνείδηση και ως διά μαγείας θα εξαλειφθεί η «μαύρη» εργασία! Ο τύπος νομίζει πως απευθύνεται σε μια χούφτα ανεγκέφαλα γιαπάκια της ΟΝΝΕΔ, που τον έχουν ως πρότυπο και ονειρεύονται να του μοιάσουν (να μην έχεις δουλέψει ούτε μια μέρα στη ζωή σου και να θεωρείσαι επιτυχημένος επειδή ξεσκίζεις αυτούς που δουλεύουν).

Την ίδια αγανάκτηση προκαλεί η συνεχής επανάληψη από τους Χατζηδάκη, Τσακλόγλου και σία του ψεύδους ότι οι νέοι δεν ασφαλίζονται, γιατί τους υποχρεώνουν να πληρώνουν τις συντάξεις των σημερινών συνταξιούχων. Τι λέτε, ρε αλήτες; Χαραμοφάηδες είναι οι συνταξιούχοι; Δεν πλήρωσαν επί ολόκληρες δεκαετίες ασφαλιστικές εισφορές; Κι αντί να πάρουν τις συντάξεις (όχι αυτές που τους αναλογούν, αλλά τουλάχιστον τις συμφωνημένες), είδαν τις συντάξεις τους να πετσοκόβονται, όχι μία αλλά πολλές φορές. Και είδαν αυτούς που κατέκλεψαν τα Ταμεία (με τα αποθεματικά να γίνονται δανεικά κι αγύριστα, με την εισφοροδιαφυγή και την εισφοροκλοπή κτλ.) να τους αποκαλούν χαραμοφάηδες και να χειροκροτούν τις κυβερνήσεις σε κάθε πετσόκομμα των συντάξεων.

Εκείνο που πρέπει να γίνει πεποίθηση είναι πως η δημόσια κοινωνική ασφάλιση ανήκει στις κατακτήσεις της ταξικής πάλης. Αποτελεί έμμεσο κοινωνικό μισθό και παρά τις συνεχείς ανατροπές που έχουν συμβεί, είναι το μόνο που μπορεί να εγγυηθεί ένα μίνιμουμ επιβίωσης. Κίνημα αντίστασης σε αυτή τη λαίλαπα, που επικαλείται τη «γήρανση του πληθυσμού», προτείνοντας σαν φάρμακο πότε την αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης, πότε το κεφαλαιοποιητικό σύστημα και τον ατομικό «κουμπαρά», που μετατρέπει σε αποτέσμα τζόγου και «αποδόσεων κεφαλαίων» αυτό που δικαιούνται οι μοναδικοί παραγωγοί του κοινωνικού πλούτου. Η κοινωνική ασφάλιση και οι αξιοπρεπείς συντάξεις για όλους και όλες πρέπει να είναι υποχρέωση των καπιταλιστών και του αστικού κράτους.