Κλιματική αλλαγή – Ισορροπία… τρόμου ανάμεσα στην οικονομική ανάπτυξη και το περιβάλλον

Τα δεδομένα της κλιματικής αλλαγής τρομάζουν και τις Βρυξέλλες που αναζητούν τη χρυσή τομή

Η αύξηση της μέσης θερμοκρασίας της Γης κατά 2οC μέχρι το 2100 θα έθετε εν κινδύνω το 18% των φυτών και το 22% των θηλαστικών του πλανήτη μας σύμφωνα με εκτιμήσεις των ειδικών. Όταν, λοιπόν, μιλάμε για κλιματική αλλαγή δεν μιλάμε απλά για περισσότερα ζεστά καλοκαίρια και πυρκαγιές, ούτε απλά για περισσότερες βροχές και πλημμυρικά φαινόμενα, που θα αντιμετωπιστούν με καλύτερες και περισσότερες υποδομές, μέσα και ανθρώπινο δυναμικό, ώστε να μη χάνονται ανθρώπινες ζωές, περιουσίες και για να μην δεχθεί ακόμα ένα ισχυρό πλήγμα το περιβάλλον.

Η κλιματική αλλαγή αποτελεί έναν από τους κυριότερους παράγοντες που οδηγούν στην απώλεια της βιοποικιλότητας, γεγονός που μπορεί να έχει σημαντικό αντίκτυπο στην υγεία μας, αν, όπως προειδοποιεί ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ), οι υπηρεσίες που μας παρέχει η φύση πάψουν να καλύπτουν τις ανάγκες μας.

Η έλλειψη ποικιλίας φυτικών γονιδίων, εξαιτίας της απώλειας ειδών χλωρίδας, μπορεί να καταστήσει τις καλλιέργειες ευπαθείς σε παράσιτα και ασθένειες, πλήττοντας την ασφάλεια των τροφίμων σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο. Επιπλέον, το απόθεμα φαρμακευτικών φυτών που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ασθενειών του ανθρώπου μπορεί να συρρικνωθεί.

Μια από τις 5 μεγάλες απειλές

Τον Ιανουάριο του 2020, το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ χαρακτήρισε την απώλεια βιοποικιλότητας ως μία από τις πέντε κορυφαίες απειλές που αντιμετωπίζει ο πλανήτης, από άποψη τόσο πιθανότητας όσο και αντικτύπου.

Πέρσι το Μάιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε πρόταση σχετικά με τη στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030 και μερικούς μήνες μετά, το Δεκέμβριο του 2020, η Προεδρία του Συμβουλίου κατέληξε σε προσωρινή πολιτική συμφωνία με το Κοινοβούλιο σχετικά με την παράταση πέραν του 2020 του προγράμματος LIFE, του προγράμματος της ΕΕ για τη φύση, την προστασία της βιοποικιλότητας και την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής.

Η συμφωνία προβλέπει αύξηση του προϋπολογισμού για την περίοδο 2021-2027, σύμφωνα με το στόχο της διάθεσης του 30% των συνολικών δαπανών του μακροπρόθεσμου προϋπολογισμού της ΕΕ και του Μηχανισμού Ανάκαμψης της ΕΕ (Next Generation EU) σε δράσεις για το κλίμα και το περιβάλλον.

Σε επίπεδο ΕΕ, λοιπόν, οι βασικές δράσεις που πρέπει να υλοποιηθούν μέχρι το 2030 στο πλαίσιο στης στρατηγικής για τη βιοποικιλότητα περιλαμβάνουν:

  • τη δημιουργία προστατευόμενων περιοχών που καλύπτουν τουλάχιστον το 30% της χερσαίας έκτασης και της θαλάσσιας περιοχής της ΕΕ, επεκτείνοντας την κάλυψη των περιοχών που ανήκουν στο δίκτυο Natura 2000.
  • την αποκατάσταση των υποβαθμισμένων οικοσυστημάτων σε όλη την ΕΕ έως το 2030, μέσω σειράς συγκεκριμένων δεσμεύσεων και μέτρων, μεταξύ των οποίων ο περιορισμός της χρήσης και η μείωση του κινδύνου των φυτοφαρμάκων κατά 50% έως το 2030 και η φύτευση 3 δισεκατομμυρίων δέντρων σε όλη την ΕΕ
  • τη διάθεση 20 δισ. € ετησίως για την προστασία και την προώθηση της βιοποικιλότητας, από κονδύλια της ΕΕ και από εθνική και ιδιωτική χρηματοδότηση
  • τη δημιουργία ενός φιλόδοξου παγκόσμιου πλαισίου για τη βιοποικιλότητα. Η ΕΕ σκοπεύει να δώσει το παράδειγμα σε παγκόσμιο επίπεδο εν προκειμένω.

Λεπτή ισορροπία

Δεν είναι η πρώτη φορά που η Ε.Ε θέτει φιλόδοξους στόχους που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος αναζητώντας τη λεπτή ισορροπία ώστε να μην «πληγεί» η οικονομική δραστηριότητα.

Όπως αναφέρει η έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (Ιούνιος 2020) η βιοποικιλότητα των γεωργικών εκτάσεων εξακολουθεί να φθίνει, παρά τα ειδικά μέτρα της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ), κάνοντας προφανές ότι απαιτείται βελτίωση – και πολιτική βούληση – της ευρωπαϊκής στρατηγικής. Οπως σημειώνει το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ), η ΚΑΠ δεν ήταν αποτελεσματική στην ανάσχεση της επί δεκαετίες μείωσης της βιοποικιλότητας, και η εντατική γεωργία παραμένει μία από τις κύριες αιτίες για την απώλειά της. Οι ελεγκτές διαπίστωσαν κενά στη στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2020, καθώς και στον συντονισμό της με την ΚΑΠ.

Επιπλέον, η παρακολούθηση από την Επιτροπή των δαπανών της ΚΑΠ για τη βιοποικιλότητα δεν είναι αξιόπιστη, και το μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης της ΚΑΠ έχει μικρό θετικό αντίκτυπο. Ορισμένα καθεστώτα της ΚΑΠ έχουν μεγαλύτερες δυνατότητες βελτίωσης της βιοποικιλότητας, αλλά η Επιτροπή και τα κράτη μέλη προέκριναν επιλογές με περιορισμένο αντίκτυπο.

Ανεπαρκής η ΚΑΠ

Σύμφωνα με τον Viorel Ștefan, μέλος του ΕΕΣ και αρμόδιος για την έκθεση, «η ΚΑΠ υπήρξε μέχρι τώρα ανεπαρκής για την αντιμετώπιση της μείωσης της βιοποικιλότητας στις γεωργικές εκτάσεις, μια μείζονα απειλή τόσο για τη γεωργία όσο και για το περιβάλλον».

Οι ελεγκτές συνιστούν στην Επιτροπή να συντονίσει καλύτερα τη στρατηγική για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030, να ενισχύσει τη συμβολή των άμεσων ενισχύσεων και της αγροτικής ανάπτυξης στη βιοποικιλότητα των γεωργικών εκτάσεων, να παρακολουθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια τις δαπάνες στο πλαίσιο του προϋπολογισμού και να αναπτύξει αξιόπιστους δείκτες για την αξιολόγηση του αντικτύπου της ΚΑΠ.

Όπως σημειώνεται στην Εκθεση του ΕΕΣ, ο ρόλος της ΕΕ στην προστασία της βιοποικιλότητας είναι ζωτικής σημασίας, διότι θεσπίζει περιβαλλοντικά πρότυπα και συγχρηματοδοτεί τις περισσότερες γεωργικές δαπάνες των κρατών-μελών. Οσον αφορά στην περίοδο 2014-2020, η Επιτροπή σχεδίασε να δαπανήσει 86 δισεκατομμύρια ευρώ (περίπου το 8% του μακροπρόθεσμου προϋπολογισμού της ΕΕ) για τη βιοποικιλότητα, συμπεριλαμβανομένων 66 δισεκατομμυρίων ευρώ στο πλαίσιο της ΚΑΠ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς