Τελευταία Νέα

Ηράκλειο – Ραδιοπειρατεία και λαϊκά στέκια του 1970

Ο ‘Υπάρχω’ με μύησε όμως και στην ευγενή τέχνη της ραδιοπειρατείας.

Με γνώρισε με ιδιοκτήτη ραδιοφωνικού σταθμού από τις Αγιές Παρασκιές από τον οποίο αγόρασα το πρώτο μου σταθμό που αντικατέστησα στη συνέχεια με ισχυρότερο με τον οποίο εξέπεμπα στη δεκαετία του 1970 ως Ράδιο Τζόκευ.

Στη μνήμη του Μιχάλη Μπινιχάκη (Ράδιο Υπάρχω)…

Το Ηράκλειο στη δεκαετία του 1970 είναι μια πόλη με ραγδαία οικονομική και πληθυσμιακή ανάπτυξη που υποδέχεται χιλιάδες εσωτερικούς μετανάστες με το φαινόμενο της αγροτικής εξόδου. Τα ιδιωτικά κανάλια μαζικής επικοινωνίας δεν έχουν αναπτυχθεί. Τα στέκια της πόλης λιγοστά αλλά πολυσύχναστα λειτουργούσαν ως ενδείξεις διακριτών πολιτισμικών ταυτοτήτων της πόλης: λαϊκά, μικρασιάτικα, ποδοσφαιρικά στέκια, καφενεία και ταβέρνες, ροκ και ντίσκο κλαμπ, νεολαιίστικα στέκια κοινωνικής αμφισβήτησης και ακόμη παραδοσιακά στέκια της Κρητικής μουσικής που είχαν υποχωρήσει μετά την ευτελή σφετερισμό και την κατάχρηση τους από τις φολκλόρ αισθητικές αντιλήψεις της Χούντας. Την ίδια περίοδο ένα νέο φαινόμενο είχε αρχίσει να αναδύεται και να καλύπτει τις ψυχαγωγικές ανάγκες των νεοφερμένων κατοίκων της πόλης. Ήταν οι παράνομοι ραδιοφωνικοί σταθμοί στα μεσαία κύματα.

Ο Μιχάλης Μπινιχάκης (γνωστός με το ραδιοφωνικό όνομα ‘Λάκης’ και αργότερα ‘Λάκης ο Υπάρχω’) ήταν ένας από τους πρωτεργάτες αυτής της παρεκβατικής μορφής λαϊκής κουλτούρας και επικοινωνίας που ξεκίνησε δειλά-δειλά στα τελευταία χρόνια της χούντας και φούντωσε στην περίοδο της μεταπολίτευσης.

Γνώρισα τον Μιχάλη στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Ήμουν μαθητής στο Καπετανάκειο. Άκουγα και σύχναζα σε ροκ στέκια της εποχής όπως το Dream στην Ιδομενέως, παρακολουθούσαν τον Πετρίδη στο Δεύτερο πρόγραμμα και τις μουσικές της Αμερικάνικης Βάσης με πολύ country, gospel, blues και rock και αγόραζα αραιά και που δίσκους 45 στροφών. Παράλληλα, στο εργατικό περιβάλλον της γειτονιάς και της οικογένειας μου είχα ακούσματα από το ρεμπέτικο και τα κλασσικό λαϊκό τραγούδι της δεκαετίας του 1960. Αυτές οι τελευταίες μουσικές μαζί με τα νέο-λαϊκά της δεκαετίας του 1970 αντηχούσαν στα ραδιόφωνα των λαϊκών προαστίων της πόλης από τους λιγοστούς ραδιοπειρατές των μεσαίων κυμάτων το Ράδιο Κάστρο του Δημήτρη Πρέκα, του Γιώργου του ‘Απίθανου’ (προβολατζής τότε στο κινηματογράφο Κρόνο), το Ράδιο Λάκης (αργότερα Ράδιο Υπάρχω) για να αναφέρω μερικά μόνο από τις εμβληματικές φυσιογνωμίες του πειρατικού ραδιοφώνου της εποχής.

Η σαγηνευτική έλξη της παράνομης ραδιοπειρατεία δεν άργησε να κινήσει το ενδιαφέρον μου. Στις αυλές και τα δρομάκια των προσφυγικών προαστίων της Φορτέτσας και της Νέας Αλικαρνασσού, που επισκεπτόμουν περιοδικά για να δω τον μεγάλο μου αδελφό μου που είχε παντρευτεί και ζούσε στη Φορτέτσα , έβλεπα τους ηλικιωμένους πρόσφυγες να ακούνε και να συζητούνε με εκστατική διάθεση τα μελαγχολικά τραγούδια ενός σαμάνου του λαϊκού τραγουδιού του Στέλιου Καζαντζίδη που αντηχούσαν από τις εκπομπές του ‘Λάκη’. Ήταν η εποχή που ο τελευταίος έβγαζε το ψωμί του πουλώντας πειρατικές κασέτες στις λαϊκές αγορές. Εκεί τον συνάντησαν πρώτη φορά περιτριγυρισμένος από φίλους του που τον αντιμετώπιζαν ως ένα «λαϊκό ήρωα» της εποχής. Οι μουσικές του ‘Υπάρχω’ ταξίδευαν σε όλη το νομό Ηρακλείου καθιερώνοντας ένα ιδιαίτερο στυλ εκπομπών με τις αφιερώσεις ακροατών και κυρίως ακροατριών, με τακτική επικοινωνία με το κοινό του και με ειδικά αφιερώματα στο λαϊκό τραγούδι.

Αργότερα ο Λάκης εγκατέλειψε τις λαϊκές αγορές. Άνοιξε κατάστημα δίσκων στην οδό Μονοφατσίου δίπλα από το σημερινή ταβέρνα του Καγιαμπή. Ήταν εκατό περίπου μέτρα από το σπίτι που διέμενα στην καρδιά της πόλης στις ανατολικές παρυφές της ιστορικής συνοικίας του Λάκκου. Αποφάσισα να τον επισκεφτώ. Οι λόγοι ήταν δύο. Ο πρώτος ήταν πως ήθελα να γίνω και εγώ ραδιοερασιτέχνης αλλά δεν ήξερα τον τρόπο. Ο δεύτερος ήταν πιο περίπλοκος. Τις Κυριακές το πρωί πριν την έναρξη των πιο εμπορικών εκπομπών του που απευθυνόταν στο ευρύ κοινό είχε αφιερώματα σε λαϊκούς βάρδους. Σε ένα από τα πολλά του αφιερώματα στον Καζαντζίδη επικεντρώθηκε στην πρώιμη περίοδο των «ταξικών τραγουδιών» του Στέλιου Καζαντζίδη («Κοινωνία ένοχη», «Η κοινωνία με κατακρίνει», «Απόκληρος αυτής της κοινωνίας», «Άπονες Εξουσίες» κ.α.) και διάνθιζε τα τραγούδια με μικρές ενδιαφέρουσες ιστορίες που ως πολιτικοποιημένος μαθητής μου κίνησαν το ενδιαφέρον.

Η συνάντηση μου με το Λάκη ήταν απρόσμενα εποικοδομητική. Αυτός παραξενεύτηκε για τις μουσικές γνώσεις που είχα και εγώ γνώρισα την πολιτική κοσμοθεώρησης του Μιχάλη που δεν ήξερε ο κόσμος. Ξεκίνησε με αυτή μια φιλία που κράτησε μια δεκαετία έως ότου φύγω για σπουδές και εργασία εκτός Κρήτης. Στα χρόνια αυτά έμαθα για το ατύχημα που του άφησε μια αναπηρία σε χέρι και πόδι, για τον αγώνα της επιβίωσης του, για τη στράτευση του στην τότε Ορθόδοξη Αριστερά, για τη σχέση φιλίας και κουμπαριάς με τον γνωστό λογοτέχνη Βασίλη Βασιλικό και για την κοινή τους αδυναμία για το Στέλιο Καζαντζίδη που μάλιστα βάπτισε το τρίτο παιδί του τον Στέλιο. Στις παρέες του Λάκη ήταν γνωστές οι αδυναμίες. Το ραδιόφωνο, ο ‘Όμιλος’, ο Καζαντζίδης. Υπάρχουν όμως και πολλές άγνωστες πτυχές. Θυμάμαι το 1979 όταν η κυβέρνηση Καραμανλή εξέδωσε απόφαση για την προσωρινή μετακίνηση μέρους των αρχαιοτήτων του Μουσείου Ηρακλείου στο Μουσείο Μετροπόλιταν της Νέας Υόρκης και από εκεί στο Παρίσι στο πλαίσιο διεθνούς προγράμματος «πολιτιστικών ανταλλαγών». Το γεγονός πυροδότησε ένταση στην πόλη με πάνω από 20.000 κόσμο στους δρόμους και το Μουσείο να αποκλείεται από αγανακτισμένους πολίτες με τρακτέρ και οδοφράγματα από φοιτητές, μαθητές και διαδηλωτές από όλες τις κοινωνικές τάξεις. Τις ημέρες αυτές ο ‘Υπάρχω’ είχε μετατρέψει τις εκπομπές του σε ένα προσκλητήριο πάλης. Εγώ είχα αναλάβει τη διαμόρφωση του μουσικού προγράμματος των εκπομπών επιλέγοντας πολιτικά τραγούδια που πλαισίωναν τις παθιασμένες παροτρύνσεις προς τους ακροατές του να κατέβουν στους δρόμους. Μέρος του προγράμματος μεταδιδόταν από τα μεγάφωνα των διαδηλωτών.

Επιπλέον, στα μαθητικά μου χρόνια είχε ξεκινήσει και μια απολαυστική εργασιακή δραστηριότητα στο δισκοπωλείο του. Έγραφα σε κασέτες επιλεγμένα τραγούδια που έφερναν σε μια κόλλα χαρτί οι ακροατές του (κάθε κασέτα 20 περιλάμβανε 20 τραγούδια από διάφορους τραγουδιστές-τριες ). Στη συνέχεια αναλάμβανα την εύρεση αυτών των τραγουδιών από μια πληθώρα δίσκων βινυλίου και μετά τα «μετέγραφα» σε κασέτα στα δύο σετ στερεοφωνικών που είχε στο μουσικό πατάρι του δισκοπωλείου και τα οποία επέτρεπαν την παράλληλη ηχογράφηση. Έγραφα περίπου 8 κασέτες την ημέρα και η αμοιβή μου ήταν 500 δραχμές. Απολάμβανα την αγάπη μου για τη μουσική και κάλυπτα τα έξοδα μου σε μια εποχή οικονομικής στέρησης για την οικογένεια μου. Επιπλέον στα τρία χρόνια που εργάστηκα στο Λάκη είχα φτιάξει μια εξαιρετική δισκοθήκη αφού προμηθευόμουν δίσκους σε τιμή κόστους και αγόραζα βιβλία και περιοδικά της εποχής (από το Ντέφι, τη Μουσική και το Ποπ και Ροκ ως το Αντί και τις Τομές).

Επιπλέον, σε ημέρες που δεν είχα μαθήματα γνώρισα από κοντά την αύρα των λαϊκών στεκιών στις γειτονιές της πόλης: τον Καράβολα στο λιμάνι, του Αϊβαλιώτη στην Αγία Τριάδα, του Καρβουνιάρη στα Τρία Πεύκα και τον Σαρανταυγά στη λαϊκή αγορά. Η αγορά ενός Σίμπσον από την Ανατολική Γερμανία στην τελευταία τάξη του Λυκείου ήταν καταλυτική στη διερεύνηση αυτών των κολαστηρίων ευδαιμονίας και οι διαδρομές των δύο οχημάτων ( Αυτός κυκλοφορούσε με ένα μικρό σολεξάκι) μια αίσθηση διαφυγής από την καθημερινότητα της πόλης. Μέσα σε αυτούς τους βιωματικούς χώρους διαμορφώθηκε και το ενδιαφέρον μου για παρεκβατική κοινωνία λήθης τον Λάκκο που θα γίνει αργότερο το αντικείμενο της διδακτορικής μου διατριβής.

Ο ‘Υπάρχω’ με μύησε όμως και στην ευγενή τέχνη της ραδιοπειρατείας. Με γνώρισε με ιδιοκτήτη ραδιοφωνικού σταθμού από τις Αγιές Παρασκιές από τον οποίο αγόρασα το πρώτο μου σταθμό που αντικατέστησα στη συνέχεια με ισχυρότερο με τον οποίο εξέπεμπα στη δεκαετία του 1970 ως Ράδιο Τζόκευ. Ήταν μια εποχή νοσταλγική γεμάτο μουσικές, παρέες, νεανική αμφισβήτηση που έληξε άδοξα κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 1980 όταν βρέθηκα σε ένα κρατητήριο της Πλατείας Δασκαλογιάννη και στη συνέχεια στην αίθουσα των Δικαστηρίων για να πλουτιστεί το βιογραφικό μου με μια δίμηνη καταδίκη με αναστολή για παράνομη κατοχή και χρήση πειρατικού σταθμού. Μαζί με τον παράνομοι πομπό κατάσχεσαν περίπου 600 μεγάλους δίσκους και δεκάδες 45άρια, δύο πικάπ, ένα κασετόφωνο, ένα ραδιόφωνο με λυχνίες και τον ενισχυτή μου. Ήταν μια τραυματική εμπειρία. Μόλις είχα τελειώσει το Καπετανάκειο, μάζεψα τα πράγματα μου και έφυγα για την Αθήνα. Αργότερα στην Κομοτηνή.. Μαζί μου πήρα και τρεις κασέτες που μου έγραψε ως δώρο ο Λάκης που ήταν από τους ελάχιστους ανθρώπους που με επισκέφτηκε στο κρατητήριο.

Επιστρέφοντας στο Ηράκλειο το δισκοπωλείο είχε κλίσει. Με το Μιχάλη όπως ήταν φυσικό ακολουθήσαμε διαφορετικές διαδρομές. Βρεθήκαμε λίγες φορές ξανά, συνήθως, σε συγκινησιακά φορτισμένη ατμόσφαιρα. Πολύ σποραδικά μιλάγαμε στο τηλέφωνο. Την τελευταία φορά που τον είχα δει του είχα εκφράσει την επιθυμία να φροντίσει για να διασωθεί η πολύτιμη δισκοθήκη που είχε και ακόμη πως σκόπευα σε συνεργασία με ομάδα φοιτητών του Τμήματος Κοινωνιολογίας στο Ρέθυμνο να δημιουργήσουμε τη βιο-ιστορία του. Πρόσφατα τον είχα στο μυαλό μου όταν σχεδιάζαμε τα πλάνα μιας έρευνας για τους ραδιοπειρατές στην Ελλάδα με ταλαντούχα φοιτήτρια μας που είχε και αυτή τη δική της ραδιοφωνική πορεία στο στήσιμο του Ραδιοφωνικού Σταθμού του Πανεπιστημίου Κρήτης Ματζόρε στο Ρέθυμνο. Όμως συχνά η ζωή, όπως και ο θάνατος, τρέχει με ξέφρενους ρυθμούς και αφήνει πίσω τα εφήμερα πλάνα μας. Ο Μιχάλης Μπινιχάκης έφυγε από τη ζωή ένα πρωϊνό του Αυγούστου του 2021. Μαζί του φεύγει και ένα μέρος της λαϊκής κουλτούρας μιας πολυσυλλεκτικής πόλης που αναζητεί τον δρόμο της μέσα από τις συμπληγάδες μεγαλόπνοων αναπτυξιακών έργων που παραδίδουν στη λήθη όψεις του παρελθόντος.

Καλό ταξίδι Μιχάλη.

* Ο Γιάννης Ζαϊμάκης είναι καθηγητής του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς