Τελευταία Νέα

Ηλίας Σπαντιδάκης – Η “σφαγή του Λάντλοου” – Ο ήρωας του εργατικού κινήματος Λούης Τίκα

«Μέχρι να μπει στη δούλεψη και το τελευταίο παράσιτο της Γης, κανένας μισθωτός σκλάβος να μην ησυχάζει»*

Με αφορμή την επέτειο δολοφονίας του Λούη Τίκα στις 20 Απρίλη 2014 στο Λάντλοου του Κολοράντο

 

{2} Οι απεργοί στο Λάντλοου
{2} Οι απεργοί στο Λάντλοου

Στις 20 Απρίλη 1914 ο υποκόπανος του όπλου του επικεφαλής της εθνοφρουράς Καρλ Λίντερφελντ θρυμμάτισε τον κρόταφο του Λούη Τίκα, ενός Ελληνα συνδικαλιστή (Ηλίας Σπαντιδάκης το ελληνικό όνομά του), από τους πρωτεργάτες της μεγάλης απεργίας των ανθρακωρύχων στο Λάντλοου των ΗΠΑ. Η κηδεία του Τίκα μετατράπηκε σε μια τεραστίων διαστάσεων διαδήλωση εργατών από 26 εθνικότητες, με την πομπή να έχει μήκος ένα μίλι. Η απεργία στο Λάντλοου καταγράφηκε στις χρυσές σελίδες του εργατικού κινήματος στις ΗΠΑ. 

***

Η ιστορία του εργατικού κινήματος στην Αμερική είναι αρκετά πλούσια. Στις αρχές του 19ου αιώνα, τα αιτήματα για υψηλότερο μισθό και για αναγνώριση των εργατικών οργανώσεων γίνονται η αφορμή για το ξέσπασμα απεργιών. Ενας παράγοντας που επιτάχυνε τις διεργασίες ήταν η άφιξη των μεταναστών. Το 1830, καταφθάνει στις ΗΠΑ ένας μεγάλος αριθμός μεταναστών, κυρίως Ιρλανδοί, Γερμανοί και Ολλανδοί. Το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων αυτών ήταν φτωχοί και εξαθλιωμένοι και είχαν μεταναστεύσει με την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής. Ετσι, λοιπόν, από το 1830 και μετά, έχουμε αύξηση των απεργιών και των αυθόρμητων και ανοργάνωτων κινημάτων. Σαν κύριοι υποκινητές πολλών από αυτών εμφανίζονται οι Ιρλανδοί.

Αιτία των κινημάτων αυτών ήταν οι άθλιες συνθήκες εργασίας στα σιδηροδρομικά έργα και στα κανάλια, όπου δεν υπήρχε η απαραίτητη προστασία των εργαζομένων, καθώς και τα ατυχήματα και οι αρρώστιες που ήταν συχνό φαινόμενο. Βέβαια, αυτές οι κινητοποιήσεις αντιμετωπίζονταν με την καταστολή και κυρίως με την επέμβαση της Χωροφυλακής.

 

{1η) Η πομπή στην κηδεία του Λούη Τίκα απλωνόταν σε μήκος ενός μιλίου
{1η) Η πομπή στην κηδεία του Λούη Τίκα απλωνόταν σε μήκος ενός μιλίου

Μετά το τέλος του αμερικανικού Εμφυλίου (1861-1865) που είχε γεννήσει μεγάλες περιουσίες για τους τότε καπιταλιστές και ειδικά την περίοδο 1870-1900, η τεράστια ανάπτυξη των αμερικανικών μονοπωλίων ανέδειξε – παράλληλα – την άλλη όχθη: Τη φτώχεια, τις κακουχίες και τις άθλιες συνθήκες δουλειάς της εργατικής τάξης. 

Στην ίδια κατεύθυνση συνέδραμαν και μια σειρά καπιταλιστικές οικονομικές κρίσεις που διέκοπταν την ανοδική πορεία της καπιταλιστικής παραγωγής, με πιο χαρακτηριστική αυτή που ξέσπασε στις ΗΠΑ το 1873, η οποία διήρκεσε για 5 χρόνια και σηματοδότησε την έναρξη του περάσματος του αμερικανικού καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο.

Τότε άρχισε η ισχυροποίηση του εργατικού κινήματος, με τη συνένωση των εργατών, των αγροτών, των μαύρων και των μικρών επιχειρηματιών. Ιδρυτής της πρώτης δραστήριας εθνικής εργατικής οργάνωσης ήταν ο μεταλλουργός Ουίλιαμ Σίλβις.

Το κλείσιμο της μεγάλης τράπεζας «Τζέι Κουκ και Σία» στη Φιλαδέλφεια και οι συνέπειες που ακολούθησαν, οδήγησαν το 1877 το ένα πέμπτο του εργατικού δυναμικού να είναι άνεργο, καθώς και στη μείωση μισθών. Επιπρόσθετα, λόγω λοκάουτ, μαύρων λιστών και κατηγοριών συνωμοσίας, από τα τριάντα εθνικά συνδικάτα, έμειναν εν ενεργεία τα οκτώ ή εννιά.

Στην αντίπερα ταξική όχθη η κρίση προώθησε τη συγκέντρωση, αλλά και τη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, αποτελώντας την πρώτη ύλη για τη δημιουργία επιχειρηματικών κολοσσών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Τζον Ντ. Ροκφέλερ, ο οποίος κατόρθωσε να απορροφήσει στη διάρκεια της κρίσης εκατοντάδες ανταγωνιστών του.

 

{7} Ο καταυλισμός Forbes κατεστραμμένος από την εθνοφρουρά
{7} Ο καταυλισμός Forbes κατεστραμμένος από την εθνοφρουρά

Λίγα χρόνια αργότερα (1882) ο Ροκφέλερ ίδρυσε το πρώτο μοντέρνο τραστ στον κόσμο, τη «Στάνταρντ Οϊλ Κόμπανι», που αποτέλεσε το μοντέλο για την αμερικανική βιομηχανία. 

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες γιγάντωσης των καπιταλιστικών εταιρειών από τη μια, αλλά και άθλιων συνθηκών διαβίωσης, ανεργίας, φτώχειας και εξοντωτικής δουλειάς, από την άλλη, εμφανίζονται και τα πρώτα κύματα μεγάλων απεργιών. Στις 16 Ιούλη 1877, ξεσπάει η πρώτη πανεθνική απεργία στην Ιστορία των ΗΠΑ. Ελαβε χώρα στους σιδηροδρόμους και η εξάπλωσή της ήταν άμεση σε πολλούς κλάδους και σε πολλές πολιτείες. Αμεση, όμως, ήταν και η απάντηση του αμερικανικού στρατού, που πυροβολούσε τους εργάτες, με αποτέλεσμα πολλούς νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες. Μέσω της τεράστιας κινητοποίησης του στρατού και του επιχειρηματικού κόσμου, η απεργία έληξε στις 2 Αυγούστου.

Τη δεκαετία του 1880, κατέφθασαν στις ΗΠΑ ακόμα 5.246.613 μετανάστες, οι οποίοι εργάστηκαν υπό άθλιες συνθήκες στις πιο σκληρές εργασίες της εποχής σε ορυχεία, χαλυβουργεία και σιδηροδρόμους. Μεγάλος όγκος των ανθρώπων αυτών χρησιμοποιήθηκαν ως απεργοσπάστες από τους εργοδότες, καθώς δεν είχαν κιόλας επίγνωση των δικαιωμάτων τους.

Η όλο και πιο σχεδιασμένη και επεξεργασμένη προσπάθεια των καπιταλιστών να αντιμετωπίσουν το εργατικό κίνημα έφερε ορισμένα αποτελέσματα, αλλά δεν οδήγησε και στη συντριβή του. Το 1886, η 1η Μάη ορίζεται από την Αμερικανική Ομοσπονδία Εργασίας ως μέρα έναρξης μιας παναμερικανικής απεργίας για την κατοχύρωση του 8ώρου. Στην απεργία συμμετέχουν 500.000 εργάτες με επίκεντρο τις βιομηχανικές πόλεις του Σικάγο. Εκεί, με αφορμή την έκρηξη μιας βόμβας που αποδίδεται σε προβοκάτσια της αστυνομίας, συνελήφθησαν πολλοί από τους ηγέτες του εργατικού κινήματος. Τον Νοέμβρη του 1887 τέσσερις από αυτούς απαγχονίστηκαν.

 

{6} Οι εθνοφρουροί χτυπούν τους απεργούς με μυδραλιοβόλα
{6} Οι εθνοφρουροί χτυπούν τους απεργούς με μυδραλιοβόλα

Παράλληλα με την καταστολή, η αστική τάξη ενίσχυε και το νομικό της οπλοστάσιο για την αντιμετώπιση του εργατικού κινήματος. Το 1888, στη Μασαχουσέτη, αναφέρεται η πρώτη περίπτωση εργατικής Διαταγής, όταν ένα δικαστήριο απαγόρευσε σε απεργούς ενός κλωστικού εργαστηρίου τη χρήση σημαιών με σύμβολα, διότι τα θεώρησε ως μέσο εκφοβισμού και απειλής εναντίον ατόμων, για να μην συνεχίσουν τη δουλειά τους. 

Βαδίζοντας προς τις αρχές του εικοστού αιώνα, οι ΗΠΑ αναδεικνύονται σε πρώτη παγκόσμια βιομηχανική δύναμη, ξεπερνώντας τον παλιό τους αντίπαλο, το Ηνωμένο Βασίλειο.

Την ίδια περίοδο, τα χρόνια 1903-1904, πραγματοποιήθηκε η μεγάλη απεργία στο Κολοράντο, με βασικό αίτημα το 8ωρο, η οποία έληξε με λαμπρή νίκη της νεοσυσταθείσας Δυτικής Ομοσπονδίας Μεταλλωρύχων. Το 1912, μια ακόμα ονομαστή απεργία ξεσπά, έπειτα από πρωτοβουλία των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου και με τη συμμετοχή 23.000 υφαντουργών του Λόρενς της Μασαχουσέτης. Αιτία της απεργίας αποτέλεσε η περαιτέρω μείωση μισθού των έξι δολαρίων τη βδομάδα για τις γυναίκες και τα παιδιά, λόγω μείωσης των ωρών εργασίας, από πενήντα έξι τη βδομάδα σε σαράντα τέσσερις με πολιτειακό νόμο. Επειτα από 9 βδομάδες απεργιακού αγώνα, η απεργία έληξε στις 14 Μάρτη με νίκη των απεργών και αύξηση των αποδοχών τους.

 

{9} H εφημερίδα «ΟΡΓΑΝΩΣΙΣ»
{9} H εφημερίδα «ΟΡΓΑΝΩΣΙΣ»

Γενικότερα, στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα εντάθηκαν τόσο η συνδικαλιστική οργάνωση όσο και οι απεργιακοί αγώνες της εργατικής τάξης. Οσο το εργατικό κίνημα συνειδητοποιούσε τον ταξικό του αντίπαλο, τόσο πιο πολύ οργανωνόταν μαζικά και διεξήγαγε «πολέμους» με διάφορα μέσα και τρόπους εναντίον του. Στον αγώνα αυτό σημαντικό ρόλο έπαιξαν και οι Ελληνες μετανάστες. 

Οι Ελληνες μετανάστες

Μετά από τη χρεοκοπία του 1893 και περισσότερο μετά από τον πόλεμο του 1897, η εξαθλίωση της εργατικής τάξης και της φτωχής αγροτιάς πυροδότησε μεταναστευτικό κύμα. Την περίοδο 1890 – 1925 περίπου 500.000 Ελληνες και «ανήκοντες στην ελληνική φυλή» (Ελληνες από την Οθωμανική Αυτοκρατορία) μετανάστευσαν στις ΗΠΑ. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία (πάνω από 90%) είχαν εργασιακή εμπειρία από μικρές βιοτεχνικές μονάδες ή αγροτικές εργασίες. Ετσι, εργάστηκαν σε βαριές δουλειές χαμηλής ειδίκευσης (ορυχεία, κατασκευή σιδηροδρόμων, υφαντουργεία).

Οι Ελληνες μαζί με άλλους μετανάστες αποτέλεσαν μία από τις βασικές πηγές φθηνής εργατικής δύναμης. Τα μεροκάματά τους ήταν μικρότερα και τα ωράρια εξαντλητικά. Ακόμα και ο πενιχρός μισθός τους επέστρεφε στις εταιρείες, οι οποίες τους νοίκιαζαν τα σπίτια όπου έμεναν, κατείχαν τα μαγαζιά από τα οποία αγόραζαν τα είδη πρώτης ανάγκης και τα εργαλεία της δουλειάς, έλεγχαν μονοπωλιακά τις τιμές του ηλεκτρικού, του νερού, του ταχυδρομείου κ.λπ. Επίσης, οι μετανάστες ήταν αναγκασμένοι να συντηρούν τους γιατρούς της εταιρείας, τους κληρικούς τους, τα σχολεία, αλλά και να αποδίδουν τμήμα του μισθού τους στους ομοεθνείς τους υπεύθυνους των γραφείων εργασίας, που στρατολογούσαν εργάτες για λογαριασμό των εταιρειών.

Οι άθλιες συνθήκες τροφοδότησαν σταδιακά την πολιτική και συνδικαλιστική οργάνωση των Ελλήνων μεταναστών. Μεγάλη δράση ανέπτυξε ο Κεφαλονίτης Σπυρίδων Μεταξάς, ο οποίος ήταν γνώστης των διεργασιών στους κόλπους του επτανησιακού ριζοσπαστισμού και μετανάστευσε το 1908 στις ΗΠΑ.

 

{8} Πέτρος Κατσούλης, ο νέος Ελληνας αρχηγός των απεργών του Λάντλοου, που εξέλεξαν μετά τη δολοφονία του Λούη Τίκα
{8} Πέτρος Κατσούλης, ο νέος Ελληνας αρχηγός των απεργών του Λάντλοου, που εξέλεξαν μετά τη δολοφονία του Λούη Τίκα

Ο Μεταξάς πρωτοστάτησε στη συγκρότηση παραρτημάτων του Συνδέσμου των Εργαζόμενων Τάξεων (ΣΤΕΤ) του Πλάτωνα Δρακούλη, στις ΗΠΑ, ενώ ανέλαβε και ανταποκριτής της σοσιαλιστικής εφημερίδας «Ερευνα». Το 1912, οι Ελληνες σοσιαλιστές συνεδρίαζαν στο καφενείο «Ανόρθωση» του Σαν Φρανσίσκο, ενώ παραρτήματα του ΣΤΕΤ είχαν ιδρυθεί σε διάφορες πόλεις των ΗΠΑ, ανάμεσα στις οποίες και η Μινεάπολις. 

Σε άρθρο του το 1912 στην «Ερευνα», ο Μεταξάς ανέφερε: «Εις την Αμερικήν θα δοθεί η πρώτη μεγάλη οριστική μάχη μεταξύ της Εργατικής Τάξεως και της Πλουτοκρατίας (…) και ίσως θα ιδώμεν την ερυθράν σημαίαν κυματίζουσαν επί του Καπιτωλίου της Ουασινγκτώνος».

Την ίδια περίοδο, οι Ελληνες και Ιταλοί εργάτες είχαν καθοριστική συμμετοχή στην προαναφερόμενη μεγάλη απεργία των υφαντουργών, ενώ στη βορειοδυτική ακτή των ΗΠΑ, και πάλι με πρωτοβουλία των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου, κηρύχτηκε απεργία των Ελλήνων και Φινλανδών υλοτόμων. Οι Αρχές επιβίβασαν με τη βία τους υλοτόμους σε τρένα και τους απομάκρυναν από την περιοχή.

Παράλληλα, Ελληνες εργάτες συμμετείχαν στην απεργία που ξέσπασε στα ανθρακωρυχεία της Γιούτα (Μάρτης του 1912).

Τον Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς περίπου 1.000 Ελληνες εργάτες ορυχείων της Γιούτα ξεσηκώθηκαν ενάντια στην εξουσία του ομοεθνή τους Λεωνίδα Σκληρή, υπεύθυνου γραφείου εργασίας, και βρήκαν συμπαράσταση από το μαχητικό ντόπιο συνδικάτο και από Ιταλούς, Σέρβους και Ιάπωνες μετανάστες, με αποτέλεσμα η απεργία τους να επεκταθεί στα ορυχεία της Νεβάδα.

Η συνδικαλιστική δράση στα ορυχεία συνδεόταν με τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των εργατών, αλλά και με την εξαιρετική επικινδυνότητα του επαγγέλματος. Ενδεικτικά, την περίοδο 1900-1913, σκοτώθηκαν 618 εργάτες σε «ατυχήματα» στα ορυχεία των ΗΠΑ. Οι εταιρείες πλήρωναν 700 δολάρια για το θάνατο κάθε ανθρακωρύχου στους συγγενείς του.

 

{4} Τα πτώματα των Τίκα και Fyler. Τον Τίκα τον αναγνώρισαν από ένα ζευγάρι κόκκινες γκέτες και ένα ζευγάρι κιάλια
{4} Τα πτώματα των Τίκα και Fyler. Τον Τίκα τον αναγνώρισαν από ένα ζευγάρι κόκκινες γκέτες και ένα ζευγάρι κιάλια

Η τόνωση της συνδικαλιστικής δράσης των Ελλήνων μεταναστών ανατροφοδότησε και τη δράση των σοσιαλιστικών ομάδων. Χαρακτηριστικά, στον απόηχο της απεργίας των υλοτόμων, στην εκδήλωση του Συνδέσμου των Εργαζόμενων Τάξεων του Σαν Φρανσίσκο στις 31 Μάρτη 1912, παραβρέθηκαν 300 μετανάστες. Λίγο αργότερα, το 1913, στη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, το Σοσιαλιστικό Κόμμα των ΗΠΑ κυκλοφόρησε έναν κατάλογο από χρηματικές εισφορές. Πάνω από 50 προέρχονταν από Ελληνες μετανάστες που υιοθετούσαν την ιδιότητα biopalaistis (βιοπαλαιστής). 

Στο Λάντλοου

Τον Σεπτέμβρη του 1913 ξεκίνησε η μεγάλη απεργία στα ανθρακωρυχεία του Λάντλοου (Κολοράντο), στην οποία συμμετείχαν 11.000 από τους 13.000 εργάτες. Ανάμεσά τους βρίσκονταν και 800 Ελληνες εργάτες, κυρίως από την Κρήτη και τη Μυτιλήνη, με αρχηγό τον Λούη Τίκα (Ηλία Σπαντιδάκη).

Ο Τίκας είχε οργανωθεί με 63 ακόμα Ελληνες στο συνδικαλιστικό κίνημα τον Νοέμβρη του 1912, ενώ για την προετοιμασία της απεργίας είχε επισκεφτεί 13 καταυλισμούς, όπου έμεναν οι Ελληνες μετανάστες.

Οι απεργοί οργάνωσαν δικούς τους καταυλισμούς και με ένοπλες φρουρές επιχείρησαν να ελέγξουν τις εισόδους των ορυχείων, προκειμένου να αποτρέψουν τη μεταφορά απεργοσπαστών.

Ομως, απέναντί τους είχαν τα πανίσχυρα μονοπώλια του κάρβουνου, ενώ η μεγαλύτερη εταιρεία της περιοχής ανήκε στον Τζον Ροκφέλερ.

 

{5} Το Λάντλοου μετά τη σφαγή, μαγειρικά σκεύη με φαγητό, καρότσια για μωρά, καμμένα ρούχα, παιδικά παιχνίδια είναι ό,τι απέμεινε
{5} Το Λάντλοου μετά τη σφαγή, μαγειρικά σκεύη με φαγητό, καρότσια για μωρά, καμμένα ρούχα, παιδικά παιχνίδια είναι ό,τι απέμεινε

Ετσι, την 1η Νοέμβρη 1913 στα ορυχεία του Κολοράντο έφτασαν ισχυρές δυνάμεις της Εθνοφρουράς και μετά από συνεχείς προβοκάτσιες και προκλήσεις, σε συνεργασία με τους ιδιωτικούς στρατούς των εταιρειών, επιτέθηκαν στους καταυλισμούς των απεργών στις 20 Απρίλη 1914, χρησιμοποιώντας 500 όπλα και μυδράλια. Από την επίθεση 50 ήταν τα θύματα του καταυλισμού, ανάμεσα στους οποίους 17 Ελληνες. 

Ακόμα, έντεκα παιδιά και δύο γυναίκες πέθαναν από ασφυξία, όταν η Εθνοφρουρά και οι ιδιωτικοί στρατοί πυρπόλησαν τον καταυλισμό, ενώ συνολικά τα θύματα της απεργίας ανήλθαν σε 70. Μεταξύ αυτών βρισκόταν και ο Λούης Τίκας, που δολοφονήθηκε εν ψυχρώ.

Οι τρεις μεγαλύτερες ενώσεις εργατών στα ανθρακωρυχεία εξόπλισαν εθελοντές προκειμένου να αντεπιτεθούν. Στις 22 Απρίλη έφτασαν οπλισμένοι οι πρώτοι 300 Ελληνες εθελοντές, ενώ την ηγεσία των Ελλήνων εργατών ανέλαβε ο Πέτρος Κατσούλης.

Στις 26 Απρίλη η σορός του Λούη Τίκα εκτέθηκε σε δημόσιο προσκύνημα, ενώ την επομένη χιλιάδες εργάτες συμμετείχαν στη νεκρική πομπή.

Ο Γιούτζιν Ντεμπς, υποψήφιος του Σοσιαλιστικού Κόμματος των ΗΠΑ στις προεδρικές εκλογές του 1912, έγραψε άρθρο με τίτλο: «Τα χέρια που άναψαν τις δάδες στην κηδεία του Λάντλοου κρατούν το φτυάρι που σκάβει τον τάφο του καπιταλισμού».

 

{3} Ο Λούης Τίκας τις μέρες της απεργίας
{3} Ο Λούης Τίκας τις μέρες της απεργίας

Λίγο αργότερα, σε άρθρο του Ελληνα σοσιαλιστή Αναστάσιου Παππά αναφερόταν: 

«Ντροπή στα χέρια που έχυσαν αυτό το τιμημένο αίμα! (…) Ω, Καπιταλισμέ, Καπιταλισμέ, δαίμονα εσύ με τη γρανιτένια ψυχή! Μας εξαθλιώνεις, γεμίζοντας οργή τις μητέρες, τις γυναίκες και τις αδερφές μας. Μας οδήγησες στην απόγνωση και θα εκδικηθούμε. Μέχρι να μπει στη δούλεψη και το τελευταίο παράσιτο της Γης, κανένας μισθωτός σκλάβος να μην ησυχάζει».

Ο Αμερικανός ιστορικός Χάουαρντ Ζιν χαρακτήρισε τη σφαγή του Λάντλοου ως «την κορυφαία πράξη της πιθανώς πιο βίαιης σύγκρουσης στην αμερικανική ιστορία μεταξύ της δύναμης των μονοπωλίων και των εργαζομένων».

Η επόμενη μέρα

Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας των ΗΠΑ για τη συμμετοχή τους στον Α’ Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό Πόλεμο ενισχύθηκαν η εθνικιστική προπαγάνδα, αλλά και οι παροχές που στόχευαν στην ενσωμάτωση του εργατικού κινήματος. Αυτό είχε ως συνέπεια την κάμψη του εργατικού κινήματος.

Παρ’ όλα αυτά, οι πρώτες θυσίες των Ελλήνων εργατών δεν πήγαν χαμένες. Εγιναν σημείο αναφοράς για την ενίσχυση της δράσης των σοσιαλιστικών οργανώσεων.

Στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, Ελληνες εργάτες συσπειρώνονται γύρω από το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα των ΗΠΑ, το οποίο είχε ιδρυθεί από Γερμανούς μετανάστες και καθοδηγούνταν από τον μεταφραστή του Μαρξ και καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Κολούμπια, Ντάνιελ Ντε Λεόν. Επικεφαλής τους ήταν ο Πέτρος Τσιτσίνας, που απέστελνε γράμματα στις σοσιαλιστικές εφημερίδες των Αθηνών και οργάνωσε τους Ελληνες μετανάστες. Ως συνέπεια αυτής της δραστηριότητας εκδόθηκε από τα τέλη του 1916 έως τις αρχές του 1917 στο Σινσινάτι του Οχάιο η πρώτη ελληνόφωνη σοσιαλιστική εφημερίδα των ΗΠΑ με τίτλο «Οργάνωσις». Η «Οργάνωσις» είχε 300 συνδρομητές στο διάστημα της κυκλοφορίας της.

* Από άρθρο του Anastasios Papas, στο «The International Socialist Review», 8/1914.

Πρόσθετη βιβλιογραφία:

Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1918-1939 τ. Α1 (σελ. 270 – 274).

Papanikolas Zeese, «Αμοιρολόιτος», «Κατάρτι», 2002.

Γιάνης Κορδάτος, «Ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος», εκδ. «Μπουκουμάνης», Αθήνα, 1972.

Αλέξανδρος Κιτροέφ, «Η υπερατλαντική μετανάστευση», στο Συλλογικό, «Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα», τόμ. Α1, εκδ. «Βιβλιόραμα», Αθήνα, 1999.

Ρίτσαρντ Ο. Μπόγιερ – Χέρμπερτ Μ. Μορέ, «Η άγνωστη ιστορία του εργατικού κινήματος των ΗΠΑ», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1993.

Γεώργιος Π. Σταυρουλάκης, «Λούης Τίκας. Ο ήρωας της ξενιτιάς», Αθήνα, 1998.

Κωστής Καρπόζηλος, «Κόκκινη Αμερική. Ελληνες μετανάστες και το όραμα του νέου κόσμου 1900-1950», εκδ. «Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης», Ηράκλειο, 2017.

Ανταμιτς Λούις, «Η ταξική βία στην Αμερική 1830-1930», Διάδοση, 2008.

Μπιθυμήτρης Γιώργος, «Αγορά, Τάξη, Κοινωνία: Αναζητώντας την ταυτότητα του συνδικαλιστικού κινήματος».

Χατζηιωσήφ Χρήστος, «Ιστορία της Ελλάδος του 20ού αιώνα. Οι απαρχές 1900-1922», «Βιβλιόραμα», τόμος Α’

Ευγενία Μπουλούζου, «Ιστορία των Ελλήνων μεταναστών στην Αμερική. Ιδεολογία, ριζοσπαστικοποίηση και οργανωμένη δράση».

Howard Zinn, «The Politics of History», εκδ. Illinois University Press, Illinois, 1990.

Ingram Scott, «Greek Immigrants», Facts on File, 2005.

Xenides, J.P., «The Greeks in America», George H. Doran Company, 1922.

Newsinger John, «Fightback! The American working Class in 1930s», Bookmarks Publications, 2012.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς