Ηγησίας ο Πεισιθάνατος – Η δυστυχία της ζωής

Μετά τον Σωκράτη η Φιλοσοφία παίρνει άλλη τροπή. Εισχωρεί στα σπίτια των ανθρώπων, γίνεται βίωμα.

Ηγησίας ο Πεισιθάνατος: Η δυστυχία της ζωής

Η ευτυχία είναι στο στόχαστρο των φιλοσόφων και των σχολών που δημιουργούνται με αφετηρία τη σωκρατική διδασκαλία. Η φιλοσοφία προσαρμόζεται στις απαιτήσεις των καιρών. Από έρευνα της φύσεως και εσώτερο στοχασμό, στρέφεται στη μέριμνα του ατόμου. Ο Διογένης ο Κυνικός κατανοεί ότι η αυτάρκεια είναι η ελευθερία, απορρίπτει τις κοινωνικές συμβάσεις και τις επίπλαστες ηθικές αξίες. Ο σύγχρονός του Αρίστιππος, μαθητής του Σωκράτη, αν και ξεκίνησε από την ίδια βάση, οδηγήθηκε στην αντίθετη θέση. Η αυτάρκεια (που με τόσο ζήλο επεδείκνυε ο Διογένης) δεν ήταν αρκετή για μια ευτυχισμένη ζωή. Η ηδονή, τόσο αγαπητή στους αρχαίους Έλληνες, επανέρχεται στο προσκήνιο ως φιλοσοφική θεώρηση. Δεν υπάρχει ανάμνηση της ηδονής, μόνο παρόν, ως εκ τούτου ο Αρίστιππος δεν την απορρίπτει ούτε την αποζητά, αλλά την αποδέχεται, όντας εγκρατής όταν δεν είναι σε θέση να την απολαμβάνει: «Κατέχω και δεν με κατέχουν. Το να κυριαρχείς στις ηδονές και να μην ηττάσαι από αυτές είναι άριστο. Όχι να μην τις χρησιμοποιείς». (Διογένης Λαέρτιος 2.75) Αυτό που δεν μπορούσε να φανταστεί όμως ο Αρίστιππος είναι η εξέλιξη της θεωρίας της ηδονής, όπως διαμορφώθηκε από έναν από τους συνεχιστές της Κυρηναϊκής σχολής, τον Ηγησία. Ο Ηγησίας αναζητώντας την ηδονή έφτασε στο σημείο να ανασκευάσει την αρχική θεωρία του Ηδονισμού. Δεν υπάρχει ευδαιμονία διακήρυττε. Είναι ανέφικτη: «Δεν υπάρχει ούτε ευγνωμοσύνη, ούτε φιλία, ούτε ευεργεσία, γιατί αυτά δεν τα επιθυμούμε για τα ίδια, αλλά για την ανάγκη που τα έχουμε, η οποία αν λείψει ούτε εκείνα θα υπάρχουν». (Διογένης Λαέρτιος 2.93)

Αντί να στραφούν στη δύναμη του λόγου να ξεπερνά τα δεινά της ανθρωπότητας, οι Ηγησιακοί (ακόλουθοι του Ηγησία) κατέληξαν στην απόρριψη της ευδαιμονίας και της ηδονής.

«Θεωρούσαν ότι η ευδαιμονία είναι εντελώς αδύνατο να επιτευχθεί. Το σώμα μαστίζεται από τόσες ταλαιπωρίες, η ψυχή συμπάσχει με το σώμα και ταράσσεται, και τυχαία περιστατικά μας χαλούν τα σχέδια. Για τους λόγους αυτούς η ευδαιμονία είναι ανέφικτη. Επιθυμητά είναι και η ζωή και ο θάνατος. Τίποτα δεν θεωρούσαν εκ φύσεως ευχάριστο ή δυσάρεστο. Άλλοι αισθάνονται ευχαρίστηση και άλλοι δυσαρέσκεια από τα ίδια πράγματα, ανάλογα με το αν τα στερούνται ή αν τα έχουν σε αφθονία ή αν σπανίως τα απολαμβάνουν». (Διογένης Λαέρτιος 2.94)Ο Ηγησίας δεν έπαυε να υπενθυμίζει τη ματαιότητα της ζωής. Εφόσον η ευδαιμονία είναι απρόσιτη, και οι απολαύσεις δεν επαρκούν να καλύψουν το κενό, η λύση είναι μία: Η απαλλαγή από τη ζωή και τα δεινά της. Φαίνεται ότι τα επιχειρήματά του (ίσως και λόγω του ξεπεσμού των αξιών) έπειθαν το κοινό του για την ευτυχία του θανάτου, δίνοντάς του την ονομασία «ο Πεισιθάνατος». Με τον θάνατο, εκτός από τη ζωή τερματίζονται όλα τα κακώς επακόλουθά της, και κυρίως η δυστυχία που καταλαμβάνει πολύ μεγαλύτερο χρόνο ζωής από τις απλώς ευτυχισμένες στιγμές. Η διδασκαλία του Ηγησία στην Αλεξάνδρεια είχε τόσο μεγάλη απήχηση ώστε ο Πτολεμαίος Β’ απαγόρευσε τη συνέχισή της, λόγω των αυτοκτονιών των ακροατών που έλαβαν κυριολεκτικά την προτροπή του, να τερματίσουν τον βίο τους εξαιτίας των δεινών της ζωής. Στο σύγγραμμά του Ηγησία «Αποκαρτερών» ο πρωταγωνιστής επιθυμεί να βάλει τέλος στη ζωή του με ασιτία, και όταν οι φίλοι του επιχειρούν να τον αποτρέψουν, τους απαριθμεί όλα τα δυσάρεστα της ζωής ώστε να κατανοήσουν την απόφασή του. (Cicero, Tusculan Disputations 1.34.83-84) Αρνούμενος όλα όσα είχε εισάγει ο Ηδονισμός του Αρίστιππου, ο Ηγησίας καταλήγει στην αντίθετη θέση, επιλέγοντας να λύσει το πρόβλημα της ζωής με τον τερματισμό της. Η ηδονή δεν αποτελεί τον σκοπό της ζωής, μόνο μία υπενθύμιση της ματαιότητας όλων. Ακόμη και της ευτυχίας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς