Η ιστορία της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης σε ένα συναρπαστικό πρότζεκτ

Ο Χρήστος Πασσαλής και ο Σύλλας Τζουμέρκας μιλούν για το «Η πόλη και η πόλη» που παρουσιάζεται στο ΚΠΙΣΝ ως εγκατάσταση, ενώ θα κυκλοφορήσει και ως κανονική κινηματογραφική ταινία, αργότερα μέσα στη χρονιά.

Μέχρι την ανακοίνωση της δημιουργίας της ταινίας «Η πόλη και η πόλη» δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι είναι και οι δυο Θεσσαλονικείς. Ο Σύλλας Τζουμέρκας και ο Χρήστος Πασσαλής, φίλοι και συνεργάτες εδώ και χρόνια, γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην ίδια πόλη, μια πόλη με πολλά στρώματα ιστορίας από κάθε εποχή.

Αυτές οι ιστορικές μνήμες που κουβαλάει η Θεσσαλονίκη και ανακαλύπτουν από παιδιά έγιναν η αφορμή για το φιλόδοξο και συναρπαστικό πρότζεκτ που παρουσιάζεται αυτές τις μέρες ολοκληρωμένο σε μια κινηματογραφική εγκατάσταση με τρεις οθόνες, σε ταυτόχρονη προβολή στα Πανοραμικά Σκαλιά του ΚΠΙΣΝ.

Στην παραγωγή της Εναλλακτικής Σκηνής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, σε συνεργασία με το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και το Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, που το κοινό θα έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει για τέσσερις βραδιές (έως τις 11/7), παρουσιάζονται έξι κεφάλαια από την ιστορία της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης. Η επιμέλεια του πρότζεκτ είναι του Ορέστη Ανδρεαδάκη, καλλιτεχνικού διευθυντή του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Η Θεσσαλονίκη είναι μια «βαριά» πόλη. Δηλαδή μέσα σε όλο αυτό που συζητάμε, στο κέφι, στην αντινομία, στην αντίφαση, π.χ. από τον συντηρητισμό στην αναρχία, μερικές φορές πέφτει ένα βαρύ πέπλο σε αυτή την πόλη.

— Γιατί είναι η πόλη και η πόλη στον τίτλο; Είναι δύο πόλεις όντως;

Χρήστος Πασσαλής: Είναι δύο πόλεις, ναι. Μπορεί να είναι και παραπάνω από δύο. Εννοώ ότι ο βασικός άξονας της ταινίας είναι η αφήγηση της ιστορίας της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης σε δύο επίπεδα, ένα όσον αφορά τα πρόσωπα και τα κουστούμια και τα προπς και ένα όσον αφορά τη σύγχρονη πόλη, το τοπίο που περιβάλλει αυτή την αφήγηση.

Με πιο απλά λόγια, γυρίζουμε μια ταινία εποχής, ας το πω έτσι, αλλά μέσα στο σύγχρονο τοπίο της Θεσσαλονίκης, στη σύγχρονη Θεσσαλονίκη. Αυτή είναι η κεντρική ιδέα που είχαμε εξαρχής.

Σύλλας Τζουμέρκας: Αυτό το έργο έχει δύο εκδοχές. Η μία εκδοχή είναι αυτή που παρουσιάζεται τώρα, μια εκδοχή εγκατάστασης για τρεις οθόνες που παίζουν ταυτόχρονα, και η άλλη είναι μια κανονική κινηματογραφική ταινία που θα κυκλοφορήσει στη συνέχεια μέσα στη χρονιά. Αυτήν τη στιγμή είναι σε post production, δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα.

Η ιδέα είναι ότι και στην εγκατάσταση και στην ταινία αργότερα συνυπάρχουν στο ίδιο κάδρο ή σε πλαϊνές οθόνες δύο πόλεις. Η μία είναι η Θεσσαλονίκη, όπως την ξέρεις τώρα, και η άλλη είναι μια Θεσσαλονίκη ονειρική, η οποία είναι φτιαγμένη από τα υλικά της ταινίας εποχής, από το 1930 μέχρι το 1980, που είναι στην ουσία τα παιδικά μας χρόνια με τον Χρήστο στη Θεσσαλονίκη, γιατί και οι δύο είμαστε γεννημένοι εκεί.

Είμαστε γεννημένοι το ίδιο έτος, το 1978, και την ίδια εποχή φύγαμε από την πόλη. Κι ενώ δεν γνωριζόμασταν –γνωριστήκαμε στην Αθήνα και κάναμε παρέα αρκετά χρόνια–, έχουμε πολύ κοινές προσλαμβάνουσες από την πόλη εκείνης της εποχής, στην ουσία των ’80s και των ’90s.

τζουμέρκας πασσαλης

— Γιατί επιλέξατε τη Θεσσαλονίκη;

Χρήστος: Έχει ενδιαφέρον. Είναι ο τόπος καταγωγής μας και υποθέτω πως πάντα αναμετριέσαι, όλη σου τη ζωή, με τον τόπο καταγωγής σου, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Από κει και πέρα, έχουμε και μια αμφίθυμη σχέση με την πόλη, όπως φαντάζομαι οι περισσότεροι άνθρωποι με τον τόπο από τον οποίο κατάγονται. Δηλαδή είναι μια πόλη που αγαπάς εκ των πραγμάτων κατά κάποιον τρόπο, αλλά και μια πόλη που αμφισβητείς

Σύλλας: Ενίοτε και μισείς. Ούτως η άλλως, είναι μια πόλη γεμάτη αντινομίες. Οι αντινομίες της, οι αντιφάσεις της, είναι εξαιρετικά μπροστά και εξαιρετικά έντονες.

Χρήστος: Δεν είναι επίπεδη πόλη ούτε ιστορικά ούτε σε κανένα επίπεδο.

Σύλλας: Εμείς έχουμε μεγαλώσει μέσα σε αυτές τις αντιφάσεις. Και ένα βασικό της χαρακτηριστικό για μένα είναι το βάρος. Η Θεσσαλονίκη είναι μια «βαριά» πόλη. Δηλαδή μέσα σε όλο αυτό που συζητάμε, στο κέφι, στην αντινομία, στην αντίφαση, π.χ. από τον συντηρητισμό στην αναρχία, μερικές φορές πέφτει ένα βαρύ πέπλο σε αυτή την πόλη. Αυτή, για μένα, είναι μια πολύ απτή εμπειρία, καθώς μεγάλωνα εκεί, ένα δομικό στοιχείο.

Νομίζω ότι πολλές φορές, στην πραγματικότητα όλη μου η φυγή από αυτή την πόλη, που έγινε σε διάφορες ηλικίες –και πολύ μακριά–, έχει να κάνει επίσης και με αυτή την αίσθηση βάρους και υγρασίας. Το ωραίο είναι ότι η ιδέα γι’ αυτή την ταινία προέκυψε όταν έτυχε να βρεθούμε ξανά σε μια κρίσιμη στιγμή της ζωής μας, μετά από πολλά χρόνια, στη Θεσσαλονίκη. Ένα απόγευμα και ένα βράδυ με μια μεγάλη κουβέντα, έτσι ξεκίνησε αυτό το πρότζεκτ.

— Και πώς το εντάξατε στην Επανάσταση;

Σύλλας: Η αλήθεια είναι ότι, αν σκεφτεί κανείς τα διακόσια χρόνια του ελληνικού κράτους από την Επανάσταση, η ιστορία της εβραϊκής κοινότητας είναι τρομερά επώδυνη. Στην ουσία πρόκειται περί ενός εγκλήματος που έχει γίνει στη χώρα, για έναν τρομερά βίαιο ακρωτηριασμό, κι αυτό το πράγμα δεν έχει γίνει μέρος της κοινής μας συνείδησης. Με αυτή την έννοια απολύτως είναι μέρος αυτού που λέμε «τυχαίο γεγονός των 200 ετών».

Χρήστος: Και του πώς αυτοπροσδιορίζεται ένα κράτος σε σχέση με την ιστορική του μνήμη.

Σύλλας: Γιατί αυτή είναι μια ιστορία πολύ επώδυνη και ακανθώδης και πάρα πολύ αποσιωπημένη. Δεν είναι μέρος της κοινής μας συνείδησης. Δεν είναι, ας πούμε, κάτι το οποίο διδάσκεται ή συζητιέται.

Η ιστορία της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης σε ένα συναρπαστικό πρότζεκτ

— Για τη Μικρασιατική Καταστροφή υπάρχει ολόκληρο ίδρυμα, άπειρα βιβλία, καταγραφές. Αυτό δεν έχει γίνει για τους Εβραίους;

Σύλλας: Την τελευταία δεκαετία αρχίζει να γίνεται, αλλά σε επίπεδο κάποιων μελετητών συγκεκριμένων. Δηλαδή είναι ο Μαζάουερ, ο Αντωνίου, ο Ονάρ, κάποιοι άνθρωποι –πολλοί–, αλλά, από κει και πέρα, δεν είναι σε καμία περίπτωση κομμάτι της κοινής μας συνείδησης, να ξέρεις, ας πούμε, ότι η εξολόθρευση της εβραϊκής κοινότητας έγινε με συγκεκριμένους τρόπους, ξεκίνησε πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και ολοκληρώθηκε πολύ μετά από αυτόν. Αυτό είναι ένα θέμα για το οποίο η «Πόλη και η πόλη» μιλά με hard facts, πάρα πολύ απλά και αληθινά.

Χρήστος: Ναι, γιατί κάτω από τη σκιά του ναζισμού ως ιστορικού φαινομένου αποσιωπήθηκαν από αρκετές έως πολλές κινήσεις που έγιναν και από το ελληνικό κράτος και από τους κατοίκους της πόλης σε σχέση με το ζήτημα.

— Τι θα δει όποιος έρθει στην κινηματογραφική εγκατάσταση;

Σύλλας: Μια ταινία σε έξι κεφάλαια. Και μια εγκατάσταση σε τρεις οθόνες με τα ίδια κεφάλαια. Δεν θα πούμε όλα τα μυστικά της ταινίας, αλλά στην ουσία είναι έξι κεφάλαια από διαφορετικές δεκαετίες, από το 1930 μέχρι το 1980, με πολύ σημαντικά γεγονότα που όρισαν τη μοίρα της εβραϊκής κοινότητας, και όλα αυτά συνυπάρχουν στο ίδιο κάδρο με τη σύγχρονη πόλη.

Ταυτόχρονα είναι μια ταινία που περιέχει γραμμένες ιστορικές πληροφορίες, τα hard facts που σου έλεγα, τα οποία νομίζω είναι το πιο σκανδαλώδες της κομμάτι. Από κει και πέρα, νομίζω ότι θα δει κανείς κάτι πολύ ζωντανό, με υπέροχους ηθοποιούς, μια ταινία που κάπως αναποδογυρίζει ορισμένους κώδικες της ιστορικής ταινίας όπως την έχουμε συνηθίσει.

Χρήστος: Ξεκινάμε από κάτι αυτονόητο. Κάθε πόλη κουβαλάει την ιστορία της. Στην πολεοδομία, στον τρόπο που μιλάνε οι άνθρωποι ή όχι, στα φαγητά που τρώνε, στην αρχιτεκτονική. Κάθε πολιτισμός που περνάει από μια πόλη αφήνει σημάδια μικρά, μεγάλα, σημαντικά ή λιγότερο σημαντικά.

Το ίδιο ισχύει και για τη Θεσσαλονίκη, που είναι και αστικό κέντρο αιώνες τώρα. Δηλαδή όλοι οι πολιτισμοί καταγράφονται, σε μια βόλτα με ταξί στο κέντρο της πόλης βλέπεις όλη την ιστορία της, είναι εμφανής και καταγεγραμμένη. Οπότε, αυτό υπάρχει εξ ορισμού και στο σύγχρονο τοπίο της πόλης.

Εμείς προσθέσαμε τα «φαντάσματα» αυτών των ανθρώπων που έζησαν κάποτε εκεί, για τα οποία λίγοι μιλάνε, όπως είπε ο Σύλλας πριν, όλο και περισσότερο, αλλά ακόμα –για το γούστο μας και για ένα είδος ποιητικής δικαιοσύνης– ελάχιστα. Βάλαμε αυτούς τους ανθρώπους, ηθοποιούς με ρούχα εποχής, να κινούνται μέσα σε αυτό το σύγχρονο τοπίο. Με την έννοια ότι, όπως έγραψε και ο Μαζάουερ, η πόλη αυτή έχει φαντάσματα εν πολλοίς αδικαίωτα –μάλλον γι’ αυτό παραμένουν φαντάσματα– και για πολλούς και διαφορετικούς λόγους πολλοί ωφελήθηκαν από αυτή την αποσιώπηση της Ιστορίας. Ή απέφυγαν να βρεθούν μπροστά στην ιστορική αλήθεια, κατά κάποιον τρόπο. Και ελπίζουμε ότι αυτή θα είναι μια ταινία που θα ξαναφέρει το ζήτημα στην επιφάνεια, γιατί, όπως κάθε τραύμα, αν δεν το αντιμετωπίσεις, έχει την τάση να μολύνεται, να χαλάει, όπως χαλάει ένα φαγητό.

Εγώ θα μιλήσω για μένα ως γέννημα-θρέμμα της Θεσσαλονίκης, που μέχρι πολύ μεγάλη ηλικία δεν είχα ιδέα, αν και προέρχομαι από μια οικογένεια σχετικά μορφωμένη και είμαι κι εγώ σχετικά μορφωμένος, ότι η μισή πόλη χάθηκε – και μιλάμε για 50.000 ανθρώπους.

Σύλλας: Το 90% μιας κοινότητας, της δεύτερης τότε. Αρχικά ήταν πρώτη, μέχρι το 1930, αλλά εξολοθρεύτηκε σχεδόν ολοκληρωτικά ή εγκατέλειψε την πόλη για άλλους λόγους. Αυτή είναι μια πραγματικότητα πολύ κοντινή, συνέβη κάποιες δεκαετίες πριν.

Τώρα, γι’ αυτό που ρώτησες πριν, για τη σύνδεση, το έργο έχει μια θραυσματική αναρχία, τα ψηφία της οποίας μπαίνουν σε αυτά τα δύο ρεύματα των δύο πόλεων στην ουσία, όπου μια στιγμή, μια χαμένη Εδέμ της δεκαετίας του ’30, είναι πάρα πολύ κοντά στα βασανιστήρια της πλατείας Ελευθερίας ή σε δικαστικά ατοπήματα και στις απίθανες πράξεις απ’ το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Αυτή η θραυσματική αναρχία, επειδή είναι οργανωμένη, στο τέλος σού δίνει και συναισθηματικά και ιστορικά μια καθαρή εικόνα του τι ακριβώς συνέβη. Η ιστορία των Εβραίων της Θεσσαλονίκης είναι η ιστορία της Θεσσαλονίκης. Είναι αρκετά γνωστό ότι υπήρξε συμμετοχή πολλών φορέων στην κατάσχεση των περιουσιών των ανθρώπων που χάθηκαν στο Άουσβιτς ή όσων επέστρεψαν και δεν βρήκαν τίποτα. Τα υπόλοιπα στην ταινία…

Σύλληψη – Σενάριο – Σκηνοθεσία: Χρήστος Πασσαλής, Σύλλας Τζουμέρκας

Παραγωγός: Μαρία Δρανδάκη

Επιμέλεια: Ορέστης Ανδρεαδάκης

Διεύθυνση φωτογραφίας: Σίμος Σαρκετζής

Παίζουν οι ηθοποιοί: Βασίλης Κανάκης, Αλέξανδρος Βαρδαξόγλου, Αγγελική Παπούλια, Αργύρης Ξάφης, Νίκη Παπανδρέου, Βασίλης Καραμπούλας, Θέμις Μπαζάκα, Δανάη Πριμάλη, Μαρία Φιλίνη, Λαέρτης Μαλκότσης, Μιχάλης Κίμωνας, Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου, Φριτς Φένε, Γιάκομπ Λέο Σταρκ, Φιντέλ Ταλαμπούκας, Άρης Αρμαγανίδης, Ζωή Σιγαλού, Μαρίνα Σιώτου, Βάσια Μπακάκου, Λεονάρδος Μπατής, Γλυκερία Δήμου, Ανδρέας Σταυρακάκης, Νίκος Χορταριάς

Η παραγωγή υλοποιείται με τη στήριξη της δωρεάς του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος (ΙΣΝ) [www.SNF.org] για τη δημιουργία του επετειακού προγράμματος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση του 1821.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς