Τελευταία Νέα

ΕΚΤ – Οι νέοι κίνδυνοι για οικονομία και τράπεζες

ΕΚΤ: Οι νέοι κίνδυνοι για οικονομία και τράπεζες

Ο πληθωρισμός απειλεί την εύθραυστη ανάπτυξη στην Ευρωζώνη, καθώς αυξάνονται οι αποδόσεις των ομολόγων, με άμεση αρνητική επίπτωση στο κόστος δανεισμού, τις αποτιμήσεις χαρτοφυλακίων ομολόγων και μετοχών, αλλά και στο δημόσιο χρέος, ειδικά την περίοδο όπου τα δημοσιονομικά μεγέθη πιέζονται λόγω των μέτρων της πανδημίας. Την ίδια στιγμή, έρευνα της ΕΚΤ διαπιστώνει απροθυμία να μετατραπούν οι αυξημένες καταθέσεις σε επενδύσεις και κατανάλωση, ενώ οι κίνδυνοι για την πραγματική οικονομία από την πανδημία παραμένουν. Σε όλα αυτά προστίθενται οι ανησυχητικές ενδείξεις για φούσκα στην αγορά ακινήτων σε μερικές χώρες-μέλη, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται η Ελλάδα.

Ο ρυθμός ανάπτυξης εξέπληξε θετικά τα δύο πρώτα τρίμηνα του 2021 και παραμένει οριακά ανοδικός στο 0,5% το γ’ τρίμηνο, σύμφωνα με την Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της ΕΚΤ. Όμως, διαπιστώνεται πιο ήπιος ρυθμός ανάπτυξης, κυρίως ως αποτέλεσμα του πληθωρισμού και των προβλημάτων στην εφοδιαστική αλυσίδα. Επιβαρυντικά λειτουργεί η αβεβαιότητα για νέα έξαρση της πανδημίας του Covid αλλά και τα σημάδια επιβράδυνσης της Κίνας. Παρ’ όλα αυτά, είναι πολύ πιθανό το πραγματικό ΑΕΠ να κλείσει το 2021 σε υψηλότερα επίπεδα πριν από την πανδημία, κυρίως λόγω της έντονης ανόδου τα δύο πρώτα τρίμηνα.

Σε αυτό το περιβάλλον, οι νέοι κίνδυνοι που απειλούν οικονομία και τράπεζες, σύμφωνα με την ΕΚΤ είναι οι εξής:

Πρώτον, η έξαρση της πανδημίας. Σύμφωνα με την ΕΚΤ, τα διαφορετικά ποσοστά εμβολιασμού και κρουσμάτων μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης εμποδίζουν την ομαλή ανάπτυξη. Ορισμένοι από τους κλάδους που χτυπήθηκαν περισσότερο από την πανδημία, όπως του τουρισμού και των μεταφορών, δεν έχουν επανέλθει στα προ-covid επίπεδα, ενώ κάποιες χώρες δεν βλέπουν να ανακάμπτουν στα επίπεδα του 2019 πριν το δεύτερο εξάμηνο του 2022. Η βασικότερη ένδειξη σε αυτό είναι η επιβράδυνση των προσδοκιών του ιδιωτικού τομέα ενόψει νέου κύματος πανδημίας και νέων lockdown.

Δεύτερον, οι προβλέψεις για επιβράδυνση της οικονομίας της Κίνας, σε συνδυασμό με τα προβλήματα στις διεθνείς μεταφορές και την εφοδιαστική αλυσίδα δημιουργούν ένα επικίνδυνο μείγμα στην ανάπτυξη της Ευρωζώνης. “Κλειδί” σε αυτή την εξέλιξη θα αποτελέσει η ζήτηση ευρωπαϊκών προϊόντων και υπηρεσιών από την Κίνα.

Τρίτον, η αύξηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων λόγω των πακέτων στήριξης έχει επιδράσει στο δημόσιο χρέος οριακά μέχρι στιγμής. Όμως, η άνοδος των αποδόσεων ή μια άνοδος των επιτοκίων λόγω πληθωρισμού μπορεί να αναγκάσουν τις κυβερνήσεις να εφαρμόσουν περιοριστική πολιτική το 2022. Ο κίνδυνος αυτός αφορά κυρίως τις χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, όπως είναι η Ελλάδα. Ωστόσο, η ΕΚΤ, στην έκθεσή της, φαίνεται ότι θεωρεί υπαρκτό τον κίνδυνο της σφιχτής δημοσιονομικής πολιτικής το 2022 σε όλη την Ευρώπη, ανακόπτοντας την ανάπτυξη. Ωστόσο, ο υψηλός πληθωρισμός δίνει μεγαλύτερα περιθώρια άσκησης δημοσιονομικής προσαρμογής με μικρότερη επίπτωση στην ανάπτυξη. Επιπλέον, οι κυβερνήσεις απολαμβάνουν ακόμα τα αρνητικά επιτόκια και την ευκαιρία έκδοσης μακροχρόνιου χρέους. Στα θετικά καταγράφονται οι θετικές επιπτώσεις από το Ταμείο Ανάκαμψης και τα υπόλοιπα διαρθρωτικά ταμεία. Η ΕΚΤ θεωρεί ότι βραχυπρόθεσμα δεν υπάρχει ορατός κίνδυνος για το χρέος, ωστόσο αυτό μπορεί να μην ισχύσει μεσοπρόθεσμα.

Τέταρτον, οι αυξημένες καταθέσεις των νοικοκυριών είναι μάλλον δύσκολο τελικά να οδηγηθούν στην κατανάλωση, καθώς διακρατούνται, λόγω αβεβαιότητας και για κάλυψη μελλοντικών αναγκών, όπως αύξηση τιμών, αύξηση φόρων, κλπ. Σύμφωνα με έρευνα της ΕΚΤ, η κατανομή των ενισχύσεων και η αύξηση των καταθέσεων δεν ήταν ισομερής. Έτσι, αυξήθηκαν οι καταθέσεις σε νοικοκυριά με υψηλά εισοδήματα, τα οποία έτσι κι αλλιώς καταναλώνουν, οπότε δεν αναμένεται μεγαλύτερη κατανάλωση λόγω των καταθέσεων. Οι περισσότερες καταθέσεις των νοικοκυριών με υψηλά εισοδήματα επενδύθηκαν σε ακίνητα και άλλα μη άμεσα ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ενώ εκείνα με χαμηλότερα εισοδήματα εξακολουθούν να στηρίζονται σε κρατικά μέτρα. Παράλληλα, το χρέος των νοικοκυριών αυξάνεται παρά τη μείωση του κόστους εξυπηρέτησής του.

Πέμπτον, η κερδοφορία επιχειρήσεων και τραπεζών βελτιώνεται απομακρύνοντας βραχυπρόθεσμους κινδύνους. Ωστόσο, η κερδοφορία μπορεί να απειληθεί από την άνοδο των επιτοκίων και τη μείωση των πραγματικών αποδόσεων (αποδόσεις μείον πληθωρισμός). Σύμφωνα με την ΕΚΤ, η αύξηση των επιτοκίων κατά 1% μπορεί να προκαλέσει μείωση κερδών κατά 9%, κυρίως μέσω της αποτίμησης των χαρτοφυλακίων ομολόγων. Απειλή παραμένει η έξαρση της πανδημίας. Ήδη, η απόδοση του γερμανικού 10ετούς ομολόγου, από 0,99% στις αρχές του 2020 έχει αυξηθεί στο 1,79%. Όμως, η πραγματική απόδοση, λόγω ανόδου του πληθωρισμού έχει πέσει στο 2,09% από 1,17%.

Έκτον, η ΕΚΤ έχει προειδοποιήσει εδώ και μήνες για ανησυχητική αύξηση των τιμών ακινήτων σε ορισμένες χώρες. Σύμφωνα με το μοντέλο αποτίμησης που χρησιμοποιεί η ΕΚΤ, υπό παρακολούθηση, λόγω έντονων ενδείξεων φούσκας, μπαίνουν οι αγορές κατοικιών σε Γερμανία και Γαλλία, ενώ ακολουθούν εκείνες σε Ολλανδία, Βέλγιο και Λουξεμβούργο. Η Αυστρία βρίσκεται στις αγορές με μεγάλη άνοδο μέσα στο 2021, ωστόσο δεν εμφανίζει σημάδια ανησυχίας προς το παρόν. Για την ελληνική αγορά ακινήτων, η ΕΚΤ δεν εκφράζει καμία σύσταση ή προειδοποίηση κινδύνου προς νοικοκυριά, τράπεζες και κατασκευαστικό κλάδο. Μάλιστα, βρίσκεται μεταξύ των χωρών με τις μικρότερες αποτιμήσεις. Αυτό οφείλεται κυρίως λόγω της μεγάλης μείωσης που προηγήθηκε πριν από την πανδημία. Στην ίδια κατηγορία βρίσκονται οι αγορές ακινήτων της Μάλτας, της Ιρλανδίας, της Κύπρου και της Ισπανίας. Παρά τις μικρές αυξήσεις τιμών σε Φινλανδία και Γαλλία, η ΕΚΤ τις έχει θέσει “υπό παρακολούθηση” καθώς διαπιστώνει ενδείξεις φούσκας που είχαν ξεκινήσει πριν από την πανδημία.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.