Η «αυτονομία» της σχολικής μονάδας είναι το πιο σύντομο ανέκδοτο. Οχι μόνο γιατί το σχολείο είναι ισχυρός μηχανισμός αναπαραγωγής της κυρίαρχης ιδεολογίας και των εκμεταλλευτικών σχέσεων στην παραγωγή και συνεπώς οι εκάστοτε διαχειριστές του συστήματος δεν θα επιτρέψουν ποτέ ουσιαστικές παρεμβάσεις στο περιεχόμενο, τους σκοπούς και τα μέσα που χρησιμοποιεί από τους εκπαιδευτικούς του, που μπορεί να το εκτρέψουν σε άλλες επικίνδυνες για τα συμφέροντα του συστήματος ατραπούς. Αλλά και γιατί το ίδιο το νομοσχέδιο με όσα προβλέπει φροντίζει να επιβεβαιώσει την πεποίθηση ότι σχολείο έξω από την πολιτική είναι ψέμα και υποκρισία και ότι «αυτονομία» για το υπουργείο Παιδείας είναι ακόμη περισσότερος συγκεντρωτισμός με υπερεξουσίες στον Διευθυντή αξιολογητή-μάνατζερ, κομματικό κράτος με μια τεράστια καμαρίλα φιλοκυβερνητικών στελεχών και άνοιγμα του σχολείου στην αγορά, τους «χορηγούς» και εξαναγκασμό σε μια λειτουργία με σκοπό το κέρδος και την επιβίωση.

Αναφέρει το νομοσχέδιο ότι η «αυτονομία» συνίσταται:

  • Στο πολλαπλό βιβλίο. Καταρχάς, δεν πρόκειται για πολλαπλό βιβλίο, αλλά για την επιλογή από τους διδάσκοντες ενός και μόνου σχολικού εγχειρίδιου από μια λίστα εγκεκριμένων βιβλίων από το ΙΕΠ. Μιλάμε, δηλαδή και πάλι για ένα και μοναδικό βιβλίο, που θα χορηγείται δωρεάν. Τα υπόλοιπα, λέει, θα είναι σε ψηφιακή μορφή στο διαδίκτυο, από τα οποία ο διδάσκων θα προτρέπει τους μαθητές να αντλούν πρόσθετες πληροφορίες. Πρόκειται για γελοιότητες, γιατί τα σχολεία δεν διαθέτουν αναβαθμισμένες ψηφιακές υποδομές μέσα σε κάθε τάξη, για να μη μιλήσουμε για τις ατομικές δυνατότητες αυτού του είδους των νοικοκυριών και για την ανυπαρξία των σχολικών βιβλιοθηκών.

Αλλά εδώ υπάρχει και η ουσιαστικότερη παράμετρος. Ο κατακερματισμός του ενιαίου της διδασκαλίας για όλα τα σχολεία και τα παιδιά, αναλόγως της κοινωνικής προέλευσης, της εθνικότητας, του θρησκεύματος, του τόπου διαμονής, κ.λπ. Καμιά καλή πρόθεση δεν αναγνωρίζουμε στο υπουργείο Παιδείας γι’ αυτήν την επιλογή. Είμαστε βέβαιοι ότι κρυφός, απώτερος σκοπός είναι η κατάργηση των δωρεάν βιβλίων μέσω τάχα του ψηφιοποιημένου σχολικού εγχειρίδιου, πράγμα που καταμαρτυρεί και η εμπειρία (οι φωτοτυπίες της Διαμαντοπούλου, η επαναχρησιμοποίηση των σχολικών βιβλίων).

  • Στη δυνατότητα των εκπαιδευτικών να επιλέγουν τον τρόπο αξιολόγησης των μαθητών τους. Αξιολόγησης σε κάθε περίπτωση, με στόχο την κατηγοριοποίηση των μαθητών, την κατάταξη, που βαραίνει καταθλιπτικά ιδαίτερα πάνω στα παιδιά των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Διαλέξτε, λέει το υπουργείο Παιδείας στους εκπαιδευτικούς, τον τρόπο που θα σφάξετε τους μαθητές.

Αναφέρει συγκεκριμένα τα εξής: «μεγαλύτερη ευελιξία στον τρόπο διεξαγωγής των τετραμηνιαίων δοκιμασιών αξιολόγησης». Για την αξιολόγηση της επίδοσης του μαθητή «κατά τη διάρκεια των τετραμήνων συνεκτιμώνται η συνολική συμμετοχή του στη μαθησιακή διδασκαλία,… οι εργασίες που εκτελεί ο μαθητής,… οι συνθετικές δημιουργικές εργασίες, ατομικές ή ομαδικές,… οι διαθεματικές εργασίες, ατομικές ή ομαδικές,… οι τετραμηνιαίες δοκιμασίες αξιολόγησης (ωριαίες γραπτές δοκιμασίες ή ανάθεση και υποβολή / παρουσίαση ατομικής ή ομαδικής συνθετικής ή διαθεματικής δημιουργικής εργασίας ή αξιοποίηση των χαρακτηριστικών και των σταδίων εφαρμογής του μοντέλου της ανεστραμμένης τάξης),… οι ολιγόλεπτες γραπτές δοκιμασίες (τεστ)».

  • Στις υπερεξουσίες του διευθυντή-δερβέναγα και αφέντη της σχολικής μονάδας. Ο οποίος είναι και πειθαρχικός προϊστάμενος των εκπαιδευτικών και αξιολογητής τους. Αναλυτικά έχουμε γράψει εδώ.
  • Στη «δυνατότητα αξιοποίησης σχολικών εγκαταστάσεων εκτός σχολικού ωραρίου» και στη «δυνατότητα εξασφάλισης επιπλέον πόρων μέσα από τη διοργάνωση εκδηλώσεων και την ευκολότερη αποδοχή δωρεών και χορηγιών».

Δεν χρειάζεται πολλή σκέψη για να καταλάβει κανείς τι δρόμους ανοίγει αυτή η ρύθμιση. Τα σχολεία γίνονται ξέφραγο αμπέλι για κάθε είδους επιχείρηση, ΜΚΟ, ιδιώτη, κ.λπ., που θέλει να χρησιμοποιήσει τις εγκαταστάσεις τους, με κάποιου είδους αντίτιμο για την προώθηση ενεργειών ή συμφερόντων τους. Τα σχολεία των πλούσιων περιοχών, των περιοχών κατοικίας της αστικής τάξης και των μεσαίων στρωμάτων έχουν άλλες δυνατότητες εξασφάλισης πρόσθετων εσόδων σε αντίθεση με τα σχολεία των υποβαθμισμένων, των φτωχών περιοχών, των περιοχών κατοικίας της εργατικής τάξης, μεταναστών, προσφυγόπουλων και πάει λέγοντας. Το αποτέλεσμα είναι η κατηγοριοποίηση των σχολικών μονάδων, ενώ το αστικό κράτος απεμπλέκεται σταδιακά από την υποχρέωση της κρατικής χρηματοδότησης όλων των σχολείων σύμφωνα με τις πραγματικές και ολοένα αυξανόμενες εκπαιδευτικές ανάγκες.

Τέλος, σημειώνουμε ότι ο Διευθυντής, ανεξάρτητα από τον Σύλλογο Διδασκόντων, μπορεί και «με δική του πρωτοβουλία» «να αποφασίζει τη σύναψη συμφωνιών συνεργασίας με κάθε φορέα που κρίνει σκόπιμο».