Τελευταία Νέα

Αισιοδοξία για την πορεία των ελληνικών τραπεζών

Σημαντική μείωση των ανησυχιών των επενδυτών γύρω από τις ελληνικές τράπεζες βλέπουν διεθνείς οίκοι και εγχώριοι αναλυτές, εκτιμώντας πως οι αποτιμήσεις τους θα κινηθούν υψηλότερα το επόμενο διάστημα και θα «ισοφαρίσουν» αυτές των ευρωπαϊκών τραπεζών.

Αν και το τελευταίο διάστημα η εικόνα των μετοχών τους έχει επηρεαστεί από τις εξελίξεις στην πανδημία και τον πιθανό αντίκτυπο στην ανάκαμψη και στον τουρισμό, ωστόσο, όπως επισημαίνουν, έχουν στη φαρέτρα τους αρκετά και σημαντικά «όπλα» που θα ενισχύσουν το επενδυτικό τους αφήγημα, αρκεί να μην υπάρχει διατάραξη του θετικού story της ελληνικής οικονομίας.

Αναβαλλόμενη φορολογία

Στα πολύ σημαντικά βήματα που έχουν σημειωθεί στο μέτωπο της μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, με το σύνολο του κλάδου να οδεύει σε μονοψήφιο δείκτη NPE στις αρχές του 2022, την πρόοδο στην εκτέλεση των επιχειρηματικών και μετασχηματιστικών σχεδίων και στα πλεονεκτήματα που προσφέρει το Ταμείο Ανάκαμψης, δίνοντας τη δυνατότητα για σημαντική πιστωτική επέκταση τα επόμενα χρόνια, προστέθηκαν τις τελευταίες ημέρες άλλοι δύο σημαντικοί καταλύτες. Η λύση που δόθηκε από την ΕΚΤ στο «αγκάθι» της αναβαλλόμενης φορολογίας, η οποία αν και δεν επιλύει το θέμα της ποιότητας κεφαλαίων, καθώς συνεχίζουν να αποτελούν πάνω από το 50% των εποπτικών κεφαλαίων του κλάδου και αναμένεται να αυξηθούν περαιτέρω λόγω των τιτλοποιήσεων που θα συνεχιστούν, ωστόσο διασφαλίζει το ότι οι μέτοχοι δεν θα υποστούν dilution, σε συνδυασμό με το θετικό αποτέλεσμα στα stress tests, ενισχύει ακόμη περισσότερο την επενδυτική περίπτωση του κλάδου.

Οι τιμές των τραπεζικών μετοχών έπειτα από ένα αξιοσημείωτο ράλι μεταξύ των χαμηλών τους τον Οκτώβριο του 2020 έως τον Μάιο του 2021, το οποίο ξεπέρασε το 170%, υποστηριζόμενο από θετικά νέα για το εμβόλιο και την αναβάθμιση-έκπληξη της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας από τη Moody’s, βρίσκονται τώρα σε κατάσταση συσσώρευσης επηρεαζόμενες αρνητικά από φόβους για τη μετάλλαξη «Δέλτα», τις καθυστερήσεις στη διάθεση εμβολίων και τις επιπτώσεις που μπορεί να έχουν στην ανάκαμψη του ελληνικού τουρισμού. Οπως σημειώνει μιλώντας στην «Κ»  ο κ. Ανδρέας Σουβλερός, αναλυτής της Euroxx Securities, το αποτέλεσμα είναι οι τράπεζες να διαπραγματεύονται τώρα με δείκτη λογιστικής αξίας P/BV 0.38x για το 2022 έναντι 0.7x των ευρωπαϊκών τραπεζών. Κατά την άποψη της Euroxx, η μεγάλη έκπτωση αντικατοπτρίζει: 1) Tον χαμηλό δείκτη απόδοσης ιδίων κεφαλαίων RΟTE, 2) τις ανησυχίες για το υψηλό απόθεμα NPE τους και τον αντίκτυπο των απαιτητικών στόχων μείωσης των NPE για το 2020-22 στην κερδοφορία και στα κεφάλαιό τους, 3) τις αναμενόμενες ζημίες από τη δημιουργία νέων NPE λόγω της COVID-19, 4) τη ρευστότητα που έχει απορροφηθεί από τις τελευταίες αυξήσεις κεφαλαίου και τις εκδόσεις Tier II ομολόγων, 5) τις ανησυχίες για τη δυνατότητα απορρόφησης των κεφαλαίων του Ταμείου Ανάκαμψης από τις ελληνικές επιχειρήσεις και 6) την ποιότητα των κεφαλαίων λόγω του υψηλού επιπέδου της αναβαλλόμενης φορολογίας DTC στα κεφάλαια CET1.

Παρ’ όλα αυτά οι τελευταίες εξελίξεις στον τραπεζικό κλάδο είναι αρκετά ελπιδοφόρες, επισημαίνει ο κ. Σουβλερός, παραθέτοντας τέσσερα πολύ σημαντικά «όπλα» που μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτες το επόμενο διάστημα. Αυτά είναι, όπως σημειώνει, τα εξής:

1) Το μακροοικονομικό περιβάλλον βελτιώνεται, με τον τουρισμό να ανακάμπτει και την αγορά ακινήτων να είναι ανθεκτική.

2) Τα προγράμματα «Ηρακλής Ι και ΙΙ» περιορίζουν τον κίνδυνο εκτέλεσης των σχεδίων μείωσης των NPE οδηγώντας τις τράπεζες σε μονοψήφιο δείκτη NPE μέχρι το 2022.

3) Οι αλλαγές στον νόμο για τον αναβαλλόμενο φόρο και οι πρόσφατες αυξήσεις κεφαλαίου και εκδόσεις Tier II, τα οποία βελτιώνουν τo ύψος και την ποιότητα των κεφαλαίων τους.

4) Το ελληνικό σχέδιο απορρόφησης των ευρωπαϊκών πόρων είναι από τα πιο μελετημένα μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών, στοχεύοντας σε πιστωτική επέκταση 40 δισ. ευρώ τα επόμενα τέσσερα χρόνια και ανάπτυξη περίπου 3%-4% στο ΑΕΠ κάθε χρόνο, καθιστώντας τα σχέδια των τραπεζών για διψήφιες αποδόσεις κεφαλαίων πιο ρεαλιστικά.

«Ως αποτέλεσμα αναμένουμε οι ανησυχίες των επενδυτών για τις ελληνικές τράπεζες, και μετά την επιτυχή έκβαση των stress tests, να μετριαστούν και οι δείκτες αποτίμησης P/BV να συγκλίνουν με αυτές των ευρωπαϊκών τραπεζών», καταλήγει ο αναλυτής της Euroxx.

Τα stress tests

Θετικά ήταν τα μηνύματα για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες που διενήργησαν η Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή (EBA) και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, καθώς στο βασικό σενάριο εμφάνισαν ισχυρή επάρκεια κεφαλαίων και στο ακραίο δυσμενές σενάριο οι κεφαλαιακοί δείκτες κινήθηκαν υψηλότερα από άλλες ευρωπαϊκές τράπεζες.

Tα stress tests βασίστηκαν στα στοιχεία τέλους του 2020 και δοκίμασαν τις κεφαλαιακές τους αντοχές έως και το 2023. Βέβαια, όπως σημειώνουν και τραπεζικά στελέχη, τα αποτελέσματα υποτιμούν την πραγματική εικόνα, καθώς το τρέχον έτος έχουν ενισχυθεί σημαντικά οι κεφαλαιακοί δείκτες λόγω και των εκδόσεων Tier II και ATΙ καθώς και των αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου. Παράλληλα, διαφορετική είναι πλέον η εικόνα σε σχέση με το τέλος του 2020 και σε ό,τι αφορά τα κόκκινα δάνεια, καθώς εκτός από τις τιτλοποιήσεις που ολοκληρώθηκαν το α΄ εξάμηνο του 2021, οι τράπεζες έχουν ανακοινώσει πρόσθετες συναλλαγές.

Σε ό,τι αφορά την Alpha Bank, υπό το βασικό σενάριο, ο μεταβατικός δείκτης κεφαλαίων CET1 διαμορφώνεται το 2023 στο 17,4%, ενώ ο δείκτης CET1 με πλήρη εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων (fully loaded) ανέρχεται στο 17,3%. Υπό το δυσμενές σενάριο, ο μεταβατικός CET1 διαμορφώνεται στο 8,4% για 2023 και ο CET1 fully loaded στο 8,3%.

Για την Eurobank στο βασικό σενάριο, η κεφαλαιακή επάρκειά του αυξάνεται κατά 290 μ.β. κατά τη διάρκεια των 3 ετών, με fully loaded δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας (CAD) 17,5% και σε fully loaded δείκτη CET 1 στο 14,9% το 2023. Υπό το δυσμενές σενάριο, ο δείκτης fully loaded CET 1 διαμορφώνεται σε 7,6% στο τέλος του 2023, ενώ ο μεταβατικός δείκτης CET 1 στο 8%.

Το βασικό σενάριο για την Εθνική Τράπεζα είχε ως αποτέλεσμα ο δείκτης CET1 FL να διαμορφώνεται σε 15,5% το 2023, ενώ υπό το δυσμενές σενάριο, διαμορφώνεται στο 6,4%.

Τέλος, σε ό,τι αφορά την Τράπεζα Πειραιώς, στο βασικό σενάριο, ο δείκτης κεφαλαίων CET1 διαμορφώνεται στο 15,0% στα τέλη του 2023, ενώ το δυσμενές σενάριο οδηγεί σε μείωση των κεφαλαιακών δεικτών κατά περίπου 480 μονάδες βάσης για την τριετή περίοδο, με τον συνολικό δείκτη κεφαλαίων να κινείται στο 8,6% και τον CET1 στο 6,5%.

kathimerini.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς